Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Αναμονή



Στέκομαι στην ερημιά του κόσμου
μετρώντας και πάλι κύματα.
Αντικρίζοντας το πέρασμα του Ορίζοντα
στην ματιά που απομονώνει την διάθεση,
ανάμεσα σε ένα διπλό παιχνίδι,
ύπαρξης και ανυπαρξίας, σταθερότητας και κίνησης.
Και οι κόρες των ματιών πλατιάζουν,
για να καταπιούν ολάκαιρη την θάλασσα,
σε ένα ταξίδι που φεύγει και χάνεται
και γυρίζει και στέκεται
στο παντού και στο πουθενά.
Η πραγματικότητα να πνίγεται στο βυθό
και η προσδοκία να καρφώνεται στην στεριά.
Η ψυχή να μάχεται στην ολοκλήρωση,
στο κόκκινο του αίματος εντοπισμένη,
που αναζητά με μαρτύριο,
το γαλάζιο το καθαρό και απέραντο,
για να ξεφύγει από την μιζέρια των θανάτων.
Και δείχνει το είναι να ανησυχεί στην ουσία του,
μετρώντας το σάπιο της υγρασίας,
που ρυθμίζει το απόλυτο και το σχετικό
στην απόλυτη διάθεση της απαλλαγής
από την συνήθεια.
Η θάλασσα κατάλαβε.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Φιλία



           

Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου
κι αν έρθουν και δικοί μας.
Να μη τους πεις κι απόθανα
να τους βαροκαρδίσεις.

Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,

κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
να βάλουν τ' άρματά τους,
και σαν ξυπνήσουν το πρωί
και σ' αποχαιρετούνε,
πες του τος πως απόθανα.
(Κρητικό ριζίτικο τραγούδι)
              
   Φιλία είναι ο συναισθηματικός και πνευματικός δεσμός ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ανθρώπους, που βοηθά τον άνθρωπο να προκόψει σε κάθε πεδίο της ζωής, στηρίζοντας και στηριζόμενος σε αληθείς και ειλικρινείς επιλογές ζωής.
            Σήμερα, κάθε άλλο παρά ποτέ, σε μια γενική σύγχυση άφιλης κοινωνίας, άφιλων συμπεριφορών και άφιλης μάζας ατόμων που διακριτικά ονομάζονται πρόσωπα, η φιλία ως ζητούμενο είναι ίσως το πιο δύσκολο πεδίο που μπορεί να εντοπίσει ο καθένας μέσα του. Ο άνθρωπος έγινε «λεπτός» περισσότερο από αυτό που έπρεπε και οι αναζητήσεις φιλικών σχέσεων θέλουν γερά κότσια που απαιτούν βουτιά στα βαθιά. Επειδή όμως στα βαθειά ο λεπτός κρυώνει εύκολα, κρύωσαν μαζί του και φιλίες, και συμπεριφορές και αναζητήσεις. Έτσι απόμεινε ο άνθρωπος να κοιτάζει στα ρηχά για βαθιές φιλίες.
            Ο άνθρωπος σήμερα, εύκολα μπερδεύοντας το σωστό και το λάθος αξιολογεί τις φιλίες του στο παρόν και με τις συνθήκες που ορίζουν οι περιστάσεις και όχι οι φιλίες. Τα συμπεράσματα αυτής της λογικής δεν είναι πάντα λογικά. Κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του και ο Γκαίτε όταν έλεγε «Αν ο κροκόδειλος έφαγε τον εχθρό σου, αυτό δεν σημαίνει πως έγινε και φίλος σου». Πραγματικά, ο προσδιορισμός του φίλου πλέον γίνεται σε σύγκριση με τον εχθρό. Έτσι, η φιλία κατάντησε να προσδιορίζεται όχι από τα ενυπάρχοντα σε αυτήν ευγενή αισθήματα, αλλά από τα εχθρικά χτυπήματα των μη φίλων. Πλέον φίλος δεν είναι αυτός που μας γεμίζει την ύπαρξη, αυτός που μας κάνει να βελτιωνόμαστε ως υπάρξεις ανθρώπινες, αυτός που στο βλέμμα καταλαβαίνει την βούληση. Φίλος πλέον είναι όποιος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί εχθρός. 
            Με τούτα τα κριτήρια οι φιλίες χάνονται εύκολα και ο άνθρωπος όχι μόνο απομυθοποιεί το αγαθό της φιλίας, αλλά ακόμα χειρότερα απογυμνώνει την ύπαρξή του από κάθε καλό και αγαθό που θα μπορούσε να δεχθεί από φίλο και φιλική σχέση. Αποτέλεσμα είναι η ίδια η απογοήτευση που βίωσε ο Έμερσον όταν έγραφε «Βαδίζουμε μόνοι μας σ’ αυτό τον κόσμο. Οι φίλοι, όπως τους επιθυμούμε, είναι όνειρα και μύθοι».
            Η φιλία δεν αντιμάχεται τις έχθρες για να προσδιορίσει την ύπαρξή της, μήτε και σέβεται εύκολα την θέση του Α. Τέννυσον «δεν κάνει φίλους όποιος δεν έκανε εχθρούς». Η φιλία ξεφεύγει από αυτά τα μικροπρεπή σχήματα και πορεύεται στην ολοκλήρωση της, ακόμα και όταν βρίσκεται στο τέλος μόνη με τον εαυτό της. Τούτο, γιατί από όποια πλευρά και αν δει κάποιος το νόημα της φιλίας, δεν μπορεί να βρει μέσα της μήτε ίχνος έχθρας, γιατί κάθε έχθρα είναι ασυμβίβαστη με την υπαρξιακή δομή της φιλίας.
Ο άνθρωπος σήμερα πάσχει στο δεδομένο πως δεν έχει φίλους. Η αλλοτρίωση, η μοναξιά και η αποξένωση των ανθρώπων, οδηγούν τον άνθρωπο σε απομόνωση και η παρουσία φίλου φαντάζει όλο και πιο δύσκολη. Ο Ι.Παναγιωτόπουλος λέει πολύ σωστά το λόγο του, και είναι λόγος ουσίας από σοβαρά χείλη, ότι, «ο αιώνας μας είναι αιώνας των γνωριμιών και όχι των φιλιών». Πραγματικά, σήμερα οι φίλοι μετριούνται με ποσότητες και όχι με ποιότητες. Σήμερα οι φίλοι προσδιορίζονται από το κάλεσμα και την αποδοχή σε διάφορους χώρους του διαδικτύου, σήμερα έχουμε φίλους που δεν τους είδαμε ποτέ, που δεν ήπιαμε ένα ποτήρι κρασί μαζί τους, που δεν κάτσαμε ανταμωμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον.
Και ακόμα χειρότερα, αυτές οι πρακτικές πέρασαν στην καθημερινότητα μας. Δεν μας βολεύουν οι φιλίες οι παραδοσιακές. Δεν θέλουμε τόσο βάρος στις πλάτες μας, γιατί είπαμε… λεπτύναμε... Στο ερώτημα, γιατί άραγε συμβαίνει τούτο το παράδοξο πράγμα, την απάντηση την έχει ο Χ. Γκιμπράν: «Έργο του φίλου είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σου, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σου» . Τις περισσότερες φορές τον φίλο τον αντιμετωπίζουμε ως στοιχείο ζωής που θα γεμίσει τα κενά μας. Μέγα λάθος. Οι φίλοι δεν είναι για να γεμίζουν τα κενά! Ή ακόμα πιο άκομψα, τον φίλο σου δεν τον ρίχνεις στο κενό σου για να το γεμίσεις!!! Ο φίλος οφείλει να δει την ανάγκη σου και να την εκπληρώσει με την αποδοχή και την κατανόηση ή πιο ουσιαστικά με την παρουσία του και μόνο. Εκεί όμως σταματά και το έργο του. Δεν είναι στο ρόλο του και δεν πρέπει να αξιώνεις να καλύψει το κενό που προκύπτει από την ανάγκη σου. Το κενό που έχει καθένας είναι υποχρεωμένος να το γεμίσει μόνος του. Ολομόναχος, σε μια πορεία καταλαγής με το εαυτό του, σε μια πορεία αυτοαναγνώρισης της παρουσίας του, σε έναν δρόμο υπαρξιακής πλήρωσης.
Επειδή όμως αυτοί οι δρόμοι είναι και κουραστικοί και επώδυνοι, μάθαμε να χρεώνουμε τους φίλους με τέτοια έργα για να βολέψουμε τις υπάρξεις μας σε μαλακά στρώματα άνεσης. Σαφώς, όταν ο φίλος αρνηθεί τέτοιους ρόλους και δίκαια χαθεί, τότε έρχεται η ώρα των λόγων του Μπ. Σω που περίτρανα φωνάζουν: «Και στην φιλία, και στην αγάπη τελικά έρχεται ο χρόνος για ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Το αποτέλεσμα τέτοιων ξεκαθαρισμάτων δεν είναι εύκολο. Όχι γιατί οι συνέπειες είναι τραγικές. Αυτές μπορεί ο άνθρωπος να τις βιώσει και να τις ξεπεράσει. Είναι δύσκολο πράγμα, γιατί απαιτεί ανατροπή της ίδιας της ύπαρξης του ανθρώπου που το επιχειρεί. Σε αυτή την περίπτωση τα καταφέρνουν μόνο όσοι έχουν καταφέρει να είναι φίλοι πρώτα πρώτα με τον εαυτό τους. Είναι οι άνθρωποι που έχουν δώσει την ίδια απάντηση που έδωσε ο Σενέκας χρόνια πιο πριν: «Ρωτάς τι κατάφερα; Έγινα φίλος του εαυτό μου».
Αν ο άνθρωπος δεν έχει καταφέρει να είναι φίλος με τον εαυτό του, δεν μπορεί ποτέ να ελπίζει σε ουσιαστική φιλία με τον όποιο άλλον. Άνθρωπος που δεν μπορεί να απολαύσει μια στιγμή μαγείας, κάνοντας έναν περίπατο μόνος του, πίνοντας έναν καφέ μιλώντας με τον εαυτό του, θαυμάζοντας την ηρεμία μέσα του, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του ίδιου του του εαυτού, δεν πρόκειται ποτέ να καταφέρει να περπατήσει με φίλο, να έχει με φίλο παραγωγικές μικρές στιγμές, να δει την φιλία με ηρεμία. Γι’ αυτό κάποιοι φωτισμένοι άγνωστοι πιτσιρικάδες έκανα σημαία τους μια μεγάλη αλήθεια που λέει: «Μην περπατάς μπροστά μου. Δεν θέλω αρχηγό και ίσως να μη σε ακολουθήσω. Μην περπατάς πίσω μου. Δεν θέλω οπαδό και μπορεί να σε χάσω. Περπάτα δίπλα μου, θέλω έναν αληθινό φίλο».
            Το να περπατάς ως φίλος δίπλα στο φίλο, είναι ανατροπή της παγκόσμιας λογικής τάξης των πραγμάτων. Τέσσερα πόδια άσχετα, να έχουν το ίδιο βήμα, δεν είναι νόμος της φύσης που αφορά τον άνθρωπο. Ακόμα και τα τετράποδα του ζωικού βασιλείου δεν συντονίζουν πρακτικά τα τέσσερα ποδάρια τους. Και όμως στην φιλία τούτο είναι το μείζον. Γι΄ αυτό και η φιλία είναι επανάσταση. Κάτι τέτοιο δήλωσε και ο Γιάννης Τσαρούχης όταν ξεστόμισε εκείνο το λόγο που λέει: «Φιλία είναι η συμφωνία δύο ανθρώπων εναντίον όλου του κόσμου».
            Κάθομαι και συλλογιέμαι φίλους που "έφυγαν", φίλους που χάθηκαν, φίλους που απορρίφτηκαν και φίλους που έμειναν. Χαμογελάω στο πέρασμα των σκέψεων σαν διμοιρίτης που κλίνει κεφαλήν επί δεξιά σε εξέδρα επισήμων και χάνεται στην πορεία της παρέλασης. Γυρνώ το κεφάλι και πάλι και βλέπω δίπλα μου συντρόφους στον ίδιο βηματισμό. Οι άλλοι κάθονται ακόμα στην εξέδρα και φουσκώνουν από έπαρση και άγνοια. Το μέσα μου αποκτά την δύναμη του Ναπολέοντα όταν πρόφερε εκείνο το «Ω! Παντοδύναμε, προστάτεψέ με απ' τους φίλους μου, με τους εχθρούς θα τα βγάλω μόνος μου».  Και τα πόδια μου είναι πιο δυνατά! Τόσο δυνατά που τρέχουν μέχρι την βιβλιοθήκη. Τα χέρια μου πιο στιβαρά από ποτέ, κατεβάζουν το βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν. Και το στόμα μου με θέρμη προσευχής διαβάζει το υπέροχο ποίημα του για την «Φιλία»….

Φιλία

Κι ένας νέος είπε, 
 - Μίλησε μας για τη Φιλία.
Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:
-Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας.
Είναι το χωράφι που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε με ευγνωμοσύνη.
Και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας.
Γιατί πηγαίνετε στο φίλο με την πείνα σας, και τον αναζητάτε για τη γαλήνη σας.
Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι.
Και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για ν’ ακούσει την καρδιά του.
Γιατί στη φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.
Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δε λυπάσαι, γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ’ αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του, όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα.
Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθεμα του πνεύματος. Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει.
Και δίνετε το καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας. αφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του.
Είναι ο φίλος σας κάτι που θα έπρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε;
Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε. Γιατί έργο του φίλου σας είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας.
Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο, και μοίρασμα χαράς.
Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει.

 Β.Α.Γκρίλλας

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Η Γλώσσα

Αποτελεί  κοινή ομολογία η τοποθέτηση, ότι η Γλώσσα είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους. Το ευκίνητο και μυώδες όργανο του στόματος, δεν είναι ένα απλό αισθητήριο όργανο γεύσης, που χρησιμοποιείται μόνο στο μάσημα και στην κατάποση της τροφής. Είναι παράλληλα το εργαλείο για την άρθρωση των φθόγγων, που οδηγούν στην ομιλία.

Η Γλώσσα ως επικοινωνία, είναι πολυσύνθετο πράγμα. Ως σύστημα συμβόλων, κινήσεων, σημείων και ήχων, παράγει επικοινωνία και καταφέρνει να δηλώσει αυτό που βρίσκεται στον ανθρώπινο λόγο, στην ανθρώπινη λογική. Η σημαντικότητα αυτής της σύνθεσης μπορεί να προσδιοριστεί και εκ του αντιθέτου, αν αναλογιστεί κάποιος, πως η έκφραση και η επικοινωνία είναι τόσο ισχυρές ανάγκες στον άνθρωπο, που καλούν την γλώσσα να παράγει έργο ακόμη και όταν δηλώνει πράγματα, που δεν εμπίπτουν στο λόγο-λογική, αλλά στον παράλογο. Γλωσσική έκφραση λοιπόν, παράγει και ο λογικός άνθρωπος και ο παράλογος. Αν προσδιορίσουμε με ακρότητα το σχήμα αυτό δυνάμεθα να πούμε, πως ο λογικός μιλάει και εκφράζει την λογική του και ο φρενοβλαβής μιλάει και εκφέρει τον παραλογισμό του. Η ουσία είναι πως ο άνθρωπος σε κάθε περίπτωση εξαρτάται και εξαρτά την γλώσσα στην ίδια του την ύπαρξη.

Είναι αλήθεια πως ο κώδικας επικοινωνίας, που αποτελείται από φθόγγους, γράμματα και λεξήματα, διέπεται από κανόνες γραμματικούς και συντακτικούς και έτσι καθίσταται το κύριο μέσο της επαφής των ανθρώπων και των κοινωνιών. Η ύπαρξη γραμματικής και συντακτικού δεν είναι στοιχείο για περιφρόνηση. Αντίθετα η κατανόηση αυτών των παραμέτρων, προσδίδει στην γλώσσα υπαρξιακή και υπαρκτική ουσία.

Η γραμματική είναι το σύνολο των κανόνων, που διέπουν μια γλώσσα και αφορούν την ποιότητα της δομής της. Ουσιαστικά, καθορίζουν το «ποιοτικά» καλύτερο της έκφρασης και άρα της επικοινωνίας. Τα γραμματικά επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης, οριοθετούν την φωνολογία, το λεξιλόγιο και τη σημασιολογία των λέξεων, για να καταλήξουν στην ορθή σύνταξη της γλώσσας.

Οι συντακτικοί κανόνες δεν αποτελούν, σε καμία περίπτωση, ξεχωριστό και ανεξάρτητο κομμάτι της γραμματικής, αλλά αναπόσπαστο μέρος της. Το συντακτικό στοχεύει στην εξυπηρέτηση της ορθότερης μορφολογίας της γλωσσικής δομής. Δηλαδή, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την τυπολογία της έκφρασης και της επικοινωνίας.

Σημαντικό ρόλο στο ανθρώπινο γλωσσικό σύστημα έχει η ελληνική γλώσσα. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην ινδοευρωπαϊκή καταγωγή της, στα γραπτά κείμενα που διασφαλίζουν την ιστορία της από το 15ο αιώνα π.Χ., στην σχέση της με το βαλκανικό γλωσσικό δεσμό. Επιπρόσθετα θα ήταν σκόπιμο να δούμε το συσχετισμό της γεωγραφικής της εξάπλωσης και τις φάσεις της εξελικτικής της πορείας, (πρωτοελληνική, μυκηναϊκή, κλασσική, κοινή ελληνιστική, μεσαιωνική ελληνική, νέα ελληνική, σημερινή ελληνική).

Σταθερά κρίνεται σκόπιμο να διερευνήσει, όποιος θέλει πλήρη εικόνα, την γραφή της ελληνικής γλώσσας και την γλωσσική επαφή που επηρέασε και επηρεάστηκε από άλλες γλώσσες. Τέλος θα ήταν φρόνιμο να μελετηθεί το αλφάβητο, της ελληνικής γλώσσας, όχι μόνο αυτό που σώζεται, αλλά και το αρχικό με εκείνα τα υπέροχα γραμματάκια, (το δίγαμμα (Ϝ), το κόππα (Ϟ, ϟ), το Δωρικό γράμμα σαν (Ϻ, ϻ), το σαμπί ή δύσιγμα (ϡ, το στίγμα (Ϛ ϛ) το σω (Ϸ, ϸ)…..κ.τ.λ ) , που νομίζουμε πως πέθαναν στο διάβα των αιώνων, αλλά αυτά παραμένουν και άλλαξε η μορφή τους με αποτέλεσμα δύσκολα να τα αναγνωρίσουμε. Είναι σαν τα πιτσιρίκια που αν τα δεις μετά από χρόνια δεν τα αναγνωρίζεις, γιατί απλά μεγάλωσαν και άλλαξε η μορφή τους.

Ωστόσο η σκέψη μου κινείται αλλού. Η γλώσσα ως έκφραση του λόγου, παράγει την έκφραση όλων των στοιχείων που κρύβει η ανθρώπινη ύπαρξη, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο μεγάλα. Αξίες, ιδέες, απόψεις, συναισθήματα, ιδανικά, εντάσεις, σκέψεις, βρίσκουν το δρόμο να ταξιδέψουν με όχημα την γλώσσα. Παρόλα αυτά, ο άνθρωπος έπαψε να ομιλεί. Ο άνθρωπος πλέον απλώς συνεννοείται! … ούτε καν επικοινωνεί!... Απλώς συνεννοείται! Η γλώσσα δεν πτώχευσε, ο άνθρωπος πτωχεύει διαρκώς μεταβιβάζοντας την ευθύνη του. Ο άνθρωπος πτώχευσε στην λογική και αυτό αποτυπώθηκε στην γλώσσα. Και για να είμαι πιο σαφής ας δούμε ένα παράδειγμα : η «αγάπη», παραμένει για την γλώσσα «αγάπη», ο άνθρωπος ξέχασε να αγαπά και άρα δεν μπορεί να το ομολογήσει. κ.τ.λ… κ.τ.λ.

Είχα πολλά να πω, ανάμεσα σε αυτό το διάλειμμα των συναντήσεων του γραφείου μου, που τα τελευταία χρόνια λέγονται meetings, μα με διακόπτει η γραμματέας μου με το χτύπημα της πόρτας. Ορμά στο γραφείο μου και αρχίζει την γκρίνια, γιατί δεν έφαγα τίποτα από όσα είχε αραδιάσει πιο πριν στο γραφείο μου, γιατί δεν ήπια το χυμό μου, γιατί ο σκέτος καφές θα μου σπάσει το στομάχι, γιατί έχω στον 7ο όροφο το παράθυρο ανοιχτό χειμωνιάτικα και θα παγώσω…… Την αφήνω ελεύθερα να πει όσα θέλει και μόλις σταμάτησε την ρωτώ: «Τι είναι γλώσσα;»

Δεν απαντά. Συνεχίζει  μιλώντας για τις δύο επόμενες συναντήσεις, που αφορούν τα προγράμματα διαρθρωτικής αναπροσαρμογής του Ομίλου…… μπλά μπλά μπλά μπλά    ……. Μου περιγράφει σε άψογους γλωσσικούς σχηματισμούς τον κύριο ΧΧΧ και την κυρία ΨΨΨ που με περιμένουν και πρέπει να δω. Η ζωντανή περιγραφή της, μου δίνει πλήρη, τυπική και ουσιαστική εικόνα. Της λέω να με περιμένουν στην αίθουσα συναντήσεων. Κάνει να φύγει μα την σταματώ και ξαναρωτώ: «Τι είναι γλώσσα;». γελάει και μου απαντά: «Να ακούτε καλά ότι σας λέω!». Ξαναγελά και φεύγει.

Απογοητεύτηκα μπροστά στην αλήθεια των καιρών, που άκουσα από το στόμα της κοπέλας. Τελικά στην σύγχρονη σκέψη, γλώσσα είναι αυτό που θέλουμε να ακούν οι άλλοι. Άραγε αυτό που ακούν οι άλλοι, είναι αυτό που ΕΜΕΙΣ θέλουμε να πούμε…;

Μέσα μου ξέρω την αλήθεια. ‎Δεν είναι που χάθηκαν τα δάχτυλα στον άνθρωπο, είναι που στέρεψε η επιθυμία να χαϊδεύει τις ψυχές. Δεν είναι που χάθηκαν οι λέξεις, είναι που ο άνθρωπος έχασε την επιθυμία να λέει ό,τι νοιώθει….

Β.Α. Γκρίλλας


Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Αναγωγή: To Θείο, η Δασκάλα, ο Μαθητής

                                                                                  "Καίγεται ο λόγος καθαρός
                                                                                      η αιτία των πραγμάτων
                                                                                 κι αυτά που μένουν, λιγοστές
                                                                                      εικόνες, αποσπάσματα,
                                                                              φαντάσματα τυφλά της σύμπτωσης."
                                                             (Αριστοτέλη Νικολαΐδης, Δια λεπτών μεμβράνων.)

Θυμάμαι έντονα την Δασκάλα μου, να διδάσκει Πλωτίνο. Είναι αυτό, που λένε «γονάτισα για να καταλάβω», πώς συμβιβάζεται η ύπαρξη του κακού με στο  κόσμο, με δεδομένο πως ο κόσμος κυβερνάται από την πανσοφία, την παναγαθότητα, την παντοδυναμία και τη δικαιοσύνη του Θεού.

Ο μικρός που παίζει αμέριμνα με τα αυτοκινητάκια του στο χαλί, αντιλαμβάνεται την σκέψη μου –γιατί τα παιδιά καταλαβαίνουν τα πάντα σε πείσμα των μεγάλων- και πετάγεται απότομα: «Ε! Άκουσα για Θεό! Θα μου μιλήσεις για το Χριστούλη;». Εκνευρίζομαι, γιατί διακόπτει τη σκέψη μου και αδικαιολόγητα αντιδρώ: «Όχι ρε! Δεν θα σου πω για το Χριστούλη! Για ‘μένα θα σου πω και κάνε αναγωγή σε όποιον Θεό θέλεις!» Το παιδί σαστίζει και ρωτά: «Ναι ρε μάστορα! Να κάνω! Αλλά τί είναι αναγωγή;»

Την αξιολόγηση της σχέσης, μεταξύ καλού και κακού, δικαίου και αδίκου, επιχείρησαν να την προσεγγίσουν φιλόσοφοι και φιλόσοφοι. Μάλιστα, λόγω της σχέσης που παράγεται, δεν έχασαν ευκαιρία οι θεολόγοι και έβαλαν και αυτοί ένα λιθαράκι. Επειδή όμως οι θεολόγοι δεν μπορούν να είναι φιλόσοφοι, αρνήθηκαν να πλησιάσουν το οικοδόμημα και το λιθαράκι το πέταξαν από μακριά, παράγοντας περισσότερο ζημιά, παρά συμβάλλοντας στην διερεύνηση του θέματος!

Η Δασκάλα κάθεται στο γραφείο της, και τριγύρω της «οι νεοσσοί του κόσμου». Κάθομαι και ‘γω παράμερα, κάπου στ’ αριστερά της και μόνο ακούω. Ακούω με την υστεροβουλία του μαθητή, που θα «κλέψει», όχι αυτό που ακούγεται, αλλά το άλλο, το σπουδαίο που δεν ειπώθηκε. Δε λέω, έξυπνη η Δασκάλα -γιατί η αλεπού είναι πάντα 101 και το αλεπουδάκι είναι πάντα 100- μιλάει όσο θέλει και λέει ό,τι θέλει!.... Αλλά κάνει και την «κουταμάρα» της! Δεν κλείνει τα μάτια, και από τα μάτια ο Δάσκαλος διδάσκει πολλά! Αν τα κοιτάς μαθαίνεις περισσότερα. Έτσι, προσπάθησα και ‘γω να μάθω λίγα γράμματα. Αν τα κατάφερα δεν ξέρω… ξέρω όμως «πώς» και «πως» προσπάθησα! Και σύ φίλε μου, που διαβάζεις τούτες τις μπούρδες τώρα, αν δεν ξέρεις την διαφορά του «πώς» και του «πως»… μη πας παρακάτω, μη συνεχίσεις να διαβάζεις και τρέξε στην πλατεία για το καφεδάκι σου!

Οι στωικοί φιλόσοφοι, αναζητούν την σχέση του αγαθού και του κακού ή αλλιώς του δικαίου και του αδίκου, με δεδομένο πως το Θείον εφορεύει την τάξη του Κόσμου. Ο Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, δηλ. η σύνθεση της φυσικής και της οργανωτικής δύναμης του Κόσμου. Η Ειμαρμένη αποτελεί τον Λόγο και την Νομοτέλεια του Παντός, καθώς και την δύναμη, που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας  και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.

Στο σημείο αυτό σηκώνομαι από το γραφείο, για να καταστρέψω το στομάχι μου, με ένα ακόμη παυσίπονο. Η σκέψη μου, που διαβάζει τη  σκέψη της, κάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα και κοιτάζει στον κήπο. Το παυσίπονο αρνείται πεισματικά να διαλυθεί στο στομάχι μου, ο πονοκέφαλος αρνείται δυναμικά να υποχωρήσει, οι στωικοί δεν εγκαταλείπουν την Στοά με τίποτα, η Δασκάλα δεν έχει σκοπό να πάψει να διδάσκει και ‘γω βρίσκομαι στην δυσάρεστη θέση να συνθέσω τα παραπάνω. Παράξενο πλάσμα ο εαυτός μου!

Ο Πλωτίνος, επιχειρεί να λύσει το γρίφο του αγαθού και του κακού διαχωρίζοντας το Ον, σε τρείς οντολογικές βαθμίδες: Εν-Νους-Ψυχή. Το Εν, ταυτίζεται με το Αγαθό(πλατωνική θεώρηση) και αποτελεί την αιτία και το σκοπό των υπολοίπων υποστάσεων και των όντων, που μετέχουν σε αυτές. Ο Νους, (σύνθεση της αριστοτελικής θεώρησης του Θεού και του πλατωνικού κόσμου των Ιδεών), αποτελεί το στοιχείο που μεταλαμβάνει την απόλυτη πρώτη λάμψη του Ενός (Αγαθού). Το σημαντικό του Νου είναι, πως παραμένει αιώνιος, αμετάβλητος και αυτό-προσδιοριζόμενος!!! Τέλος η Ψυχή. Το αντίθετο του Νου! Διαρκώς μεταβαλλόμενη, αποτελεί τη διαμορφωτική και την ποιητική αιτία του αισθητού κόσμου, που κοσμεί το Σύμπαν, σύμφωνα με τις προσταγές του αιώνιου νοητικού προτύπου του Νου.

Προσπαθώ να αντιμετωπίσω την κατάσταση ψύχραιμα. Ο μικρός αρχίζει και χτυπιέται: «Τι είναι αναγωγή; Τι είναι αναγωγή;». Επιθυμώ να τον στείλω από ‘κει που ’ρθε, αλλά σαν καλός χριστιανός, παίρνω ύφος γαλήνιο και του απαντώ: «Κάνε υπομονή παιδί μου! Θα καταλάβεις!». Όταν βέβαια, φίλε μου, ακούς μεγάλο να δίνει τέτοιες απαντήσεις σε παιδί, ταχέως μετάφρασε: «Σκάσε βλαμμένο! Ούτε και ΄γω ξέρω τι στο διάβολο είναι τούτο το πράγμα!». Επιχειρώ να κρατήσω το επίπεδο μου και «βρίζω» την Δασκάλα μου, που έκανε τέτοια ζημιά: «Πού πας κυρία μου; Πετάς ένα τόνο φωτιά σε ξερά χόρτα και φεύγεις με χαμόγελο;».

Τα χρόνια πέρασαν μετά τον Πλωτίνο και πρόσφατα το 1646, η ζωή αποφάσισε, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, να γεννήσει ένα ζουμπουρλούδικο παιδάκι, που οι γονείς του το ονόμασαν Γκότφριντ. Καλό παιδί και προκομμένο! Έμαθε πολλά γράμματα και όταν μεγάλωσε σοβάρεψε και το όνομά του: Gottfried Wilhelm Leibnitz!

Ο Leibnitz,  θεωρείται από τους βασικούς φιλοσόφους του 17ου και 18ου αιώνα. Καθολικό πνεύμα που χαρακτηρίστηκε ως «ο πολυμαθέστερος ανήρ μετά τον Αριστοτέλην». Τούτος ο άνθρωπος, βρέθηκε σε πολύ δυσάρεστη θέση. Είχε δάσκαλο το Θεολόγο Adam Scherzer και τον Φιλόσοφο Jacob Thomasius. Στο τέλος κατέληξε να λύνει προβλήματα μαθηματικών, φυσικής και αστρονομίας με δάσκαλο τον Erhard Weigel.

Τώρα θα μου πεις: «Ρε μάστορα! Τι με νοιάζει εμένα η ζωή του Leibnitz. Kαι ‘γω θα σου απαντήσω: «Σε νοιάζει και σε παρανοιάζει ρεε! Και διάβασε και το παρακάτω, μη σου τσακίσω τα παΐδια!». Δημοκρατικά πράγματα!

Ο λεβέντης ο τσολιάς, ο απίθανος ο Leibnitz, συμβίβασε φιλοσοφικά την ύπαρξη του κακού στον κόσμο με την ύπαρξη του Θεού. Έχοντας φιλοσοφική και θεολογική γνώση και σε συνδυασμό με την δυνατότητα θετικής σκέψης -μέσα από την μαθησιακή πορεία που ακολούθησε- καταφέρνει και συζητά σε φιλοσοφικό-θεολογικό επίπεδο. Μάλιστα, χρησιμοποιεί πρώτος την έννοια και τον όρο «Θεοδικία», προσδιορίζοντας, έτσι την δικαιοσύνη του Θεού.

Ο μικρός αρχίζει και καταλαβαίνει την σχετική αναγωγή! Κάθεται οκλαδόν στο χαλί, τρώει τη σοκολάτα του, πασαλείβει τα μούτρα του, και με γεμάτο το στόμα ρωτάει: «Είναι ο Θεός δίκαιος;». Από την ερώτηση του παιδιού, καταλαβαίνω πως το πράγμα αρχίζει και ζορίζει. Αναρωτιέμαι: «Πού είναι τώρα η Δασκάλα;», και αυτομάτως, για πρώτη φορά, βρίσκω την δύναμη να ερμηνεύσω την ανάγκη μέσα μου. «Η Δασκάλα φίλε μου, είναι σπιτάκι της! Ό,τι ζημιά είχε να κάνει την έκανε και αν γουστάρεις να το παίζεις μάγκας, να βγάλεις μόνος σου τα κάστανα από τη φωτιά!» Τι να κάνω δεν έχω άλλες επιλογές!!! Κάθομαι απέναντι στον μικρό, που ζει στην γλύκα της σοκολάτας του, και αρχίζω όχι να αναλύω , αλλά να αναλύομαι!

Αν κρίνει κάποιος, με τα ανθρώπινα δεδομένα, την δικαιοσύνη του Θείου, τότε σαφώς ο Θεός αποδεικνύεται άδικος. Αυτή η αντίληψη, αν και ορθή, δεν παύει να αποτελεί νομικίστικη τοποθέτηση, που ανθρωποποιεί το Θείον. Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο στην ανθρώπινη ύπαρξη, από το να προβάλει τα ανθρώπινα πάθη της, στην σφαίρα του Όντος. Ο Θεός –και επισημαίνω Ο ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΟΣ- είναι η έκφραση του αγαθού. Η διεστραμμένη ερμηνεία, με το ερώτημα αν το Θείον είναι δίκαιον είναι βλακώδης. Η απάντηση είναι μία: Σαφώς και το Θείον είναι Δίκαιον! Η δικαιοσύνη του Θείου, δεν σχετίζεται με τον τρόπο, που ο Θεός διακρατεί τα σύμπαντα, αλλά με τον τρόπο, που ο άνθρωπος επιχειρεί να καρπωθεί την δικαιοσύνη, που απορρέει, από το ηθικό πρότυπο του Θείου. Το Θείον, δεν περιορίζεται, ως δίκαιο, με τα δεδομένα που καθορίζει ο άνθρωπος την δικαιοσύνη της ατελούς υπάρξεως του.

Υποχρέωση του ανθρώπου είναι η αναγωγή του στο αγαθό του Θείου Δικαίου. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αναχθεί η ύπαρξη σε Ύπαρξη και ο άνθρωπος να γίνει από «είναι»…«Είναι». Η πορεία δεν είναι ποτέ σταθερή και δυστυχώς δεν υπάρχουν νόρμες επιτυχίας. Μια καλή αρχή αναγωγής, είναι η καταλαγή. Δηλαδή, ο άνθρωπος να κατανοήσει την οντική του παρουσία και από εκεί να αρχίσει να καταλαγιάζει τον εαυτό του. Από τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξης του! Είναι αυτό που λέει απλά ο σοφός λαός: «Να τα βρεις πρώτα με τον εαυτό σου!». Ως καταλαγή, δεν σημειώνεται και δεν νοείται η απραξία. Αντιθέτως, η καταλαγή ορίζεται, ως η ουσιαστική ισορροπία των ενεργειών και των πράξεων του έσω και του έξω ανθρώπου.

            Ο πονοκέφαλος δείχνει να καλμάρει. Δεν ξέρω αν έλειωσε το παυσίπονο ή ησύχασε το κεφάλι από μόνο του. Ο μικρός έχει φάει τη σοκολάτα. Έχει υποχωρήσει στο στόμα του η γλύκα και έχει αρχίσει αυτή η παράξενη δυσπεψία, από την κατανάλωση της γλυκαντικής ποσότητας: «Οφ! Έσκασα!», τον ακούω να λέει και ξαπλώνει στο χαλί, βλέποντας το ταβάνι. «Κατάλαβες τι σκέψη μου μικρέ;» ρωτάω, για να λάβω σταθερά την απάντηση:«Όχι! Είμαι μικρός ακόμα!».

  Χτυπά το κουδούνι στην πόρτα. Ανοίγω χωρίς να ρωτήσω. Βλέπω για πρώτη φορά, ένα κύριο καλοντυμένο, εγωκεντρικά επιβλητικό, ο οποίος με καλησπερίζει με περισσή ευγένεια. «Με ποιόν έχω την τιμή;» ρωτώ, για να λάβω την απάντηση: «Ο Πλωτίνος είμαι.». Τον οδηγώ σε έναν ασυνήθιστο γι’ αυτόν χώρο, που ονομάζεται σαλόνι, και επιδεικνύοντας τον τριθέσιο σκίμποδα του λέω: «Καθίστε!» . Δείχνει σα να ξέρει τον χώρο. Παραξενεύομαι! Ακούω ένα «Ευχαριστώ!», και τον βλέπω να κάθεται οκλαδόν στο χαλί, μαζί με τον πιτσιρικά. Δεν μιλάω, απλά παρατηρώ.

Ο μικρός, έχει αλλάξει έκφραση. Μιλάει με τον επισκέπτη μου, σε μια γλώσσα, που δεν μπορώ να καταλάβω και δείχνει να αισθάνεται υπέροχα. Η συζήτησή τους «ανάβει» και το ενδιαφέρον του πιτσιρικά παραμένει αμείωτο, για να μην πω σταθερά αυξημένο. Τους διακόπτω σχετικά διακριτικά: «Μα, τι λέτε εσείς εκεί;». ο Πλωτίνος κοιτάζει το παιδί και το Παιδί αρχίζει να μιλάει με όλη την σοβαρότητα και τη σοφία του:

«Θεοδικία, είναι η δικαιοσύνη του Θείου, έτσι όπως ο Θεός την καθορίζει. Δεν υπάρχει μέτρο για να καταλάβεις, γιατί στο μέτρο του Θεού,  η σχετικότητα της ανθρώπινης σκέψης, δεν τα καταφέρνει. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε την ελλειμματικότητα μας, σε σχέση με την θεία δικαιοσύνη, είναι ο αυτοπροσδιορισμός της ύπαρξης μας και η κατανόηση πως το αγαθό του Νου και της Ψυχής, είναι στην σύνθεση του Προσώπου και όχι στην εσωτερική αντίθεση της ύπαρξης του. Η δικαιοσύνη δεν αποτελεί κατάσταση, αλλά διαρκή πραγματικότητα, που βιώνεται κάθε λεπτό καθημερινά.».


Ο μικρός θέλει να πει και άλλα, αλλά τον διακόπτει το γέλιο του Πλωτίνου. Ο επισκέπτης μου σηκώνεται να φύγει και εγώ μένω άναυδος, από την αντίδραση και του μικρού και του Πλωτίνου. Χαμογελώ από αδυναμία. Ο Πλωτίνος μου χτυπάει παρηγορητικά την πλάτη και μου λέει: «Έχει δίκιο το παιδί!». Φεύγει.

Μένω στο χώρο με τον πιτσιρικά, που αδιάφορα αρχίζει να παίζει. «Ε! μικρέ! Πώς είναι το στομάχι σου;» ρωτάω. «Ανάλαφρο!», μου απαντά. Το δικό μου πάλι, είναι χάλια. Αρχίζω και διαβάζω από την αρχή της πλωτινικές Εννεάδες.  Ο μικρός αφήνει το παιχνίδι, στέκεται δίπλα μου, μου χτυπά την πλάτη και μου λέει: «Ε! Θείο! Μην ακούς τι είπε ο κύριος που ήρθε… μπορεί να έχεις εσύ δίκιο!»

Λαμβάνω το μεγαλύτερο μάθημα περί σχετικότητας των εννοιών. Καταλαγιάζω μέσα μου την διάθεση για μελέτη και αφήνω το νου μου στα πρωτογενή συμπεράσματα των μαθημάτων της Δασκάλας. Τελικά, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος με τον εαυτό του, αναγνωρίζοντας τα όρια και τις δυνατότητες που διαθέτει. Η ουσιαστική ισορροπία δεν παράγεται με την αντίληψη της δικαιοσύνης του Θείου, αλλά με την πληρότητα της γνώσης των σημείων, που η ύπαρξη  σου μένει επαρκής ή ανεπαρκής μπροστά στο καλό και αγαθό.

Η Δασκάλα έκανε μεγάλη ζημιά. Έβαλε το μυαλό να δουλέψει αντίστροφα…. Ανάλαφρα, επιδέξια και μαστορικά έκανε την δουλεία της στο εργαστήρι της γνώσης. Χαμογελώ από βεβαιότητα. Όχι πως έμαθα κάτι σπουδαίο, αλλά κατάλαβα την αξία του να ψάχνεις και να βρίσκεις εκεί που δεν το περιμένεις. ‘Έμαθα την ανεπάρκειά μου και είμαι ευτυχής.

Από το βάθος της γειτονιάς ακούω τα παιδιά να παίζουν αμέριμνα. Γυρνάω τα χρόνια πίσω, την εποχή που στο μυαλό δεν υπήρχαν στωικοί, Πλωτίνος και Leibnitz. Ακούω την γιαγιά να προσεύχεται στο Θεό, την μάνα, να δικαιώνει το ρόλο της και τον πατέρα να δείχνει τους ορίζοντες.

Γελάω…. τελικά στο σπίτι πάντα ζούσε και ο Πλωτίνος και δεν το είχα ανακαλύψει…..

Β.Α. Γκρίλλας