Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Η καινοποίηση του ανθρώπου στην ακροβασία ανάμεσα στο «καινό» και στο «κενό».



«...omnis ut est igitur per se natura duabus,
constitit in rebus; nam corpora sunt et inane,
haec in quo sita sunt et qua diversa moventur.
Corpus enim per se communis dedicat esse  sensus...[1]»
Titus Lucretius Carus, De rerum natura, I. 419-423

          
  Το «καινό» δεν είναι απλά το νέο και το καινούργιο. Είναι η έκφραση της αιώνιας ακόρεστης διάθεσης του ανθρώπου για αλαργινά ταξίδια, που τον φυγαδεύουν από την κενότητα του παλαιού.
            Το «κενό» δεν είναι απλά το άδειο. Είναι η έκφραση της απόλυτης απουσίας, που σημαδεύει την αντίληψη του ανθρώπου, για καθετί που δεν έχει αντιστάθμισμα στην Ύπαρξη του.
            Ο άνθρωπος δεν είναι ανήσυχη φύση. Ο άνθρωπος είναι φύση που δεν ησυχάζει. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο, που
τόσο όμοια φαντάζουν σε μια πρώτη ματιά, μπορεί να μετρηθεί μόνο σε μονάδες ετών φωτός. Αν δεχθούμε τον άνθρωπο ως μια ανήσυχη φύση, εξ’ ορισμού τον ανεξαρτητοποιούμε απόλυτα, δίνοντας του μια μορφή απολυτότητας. Τούτο, γιατί ταυτίζουμε την φύση με τον άνθρωπο και τον καθιστούμε αυτάρκη εξ’ ορισμού στην αναζήτηση της υπαρξιακής του καταξίωσης.
            Αντίθετα η αποδοχή της θέσης ότι ο άνθρωπος είναι φύση που δεν ησυχάζει, αντιστρέφει το πράγμα. Ο άνθρωπος είναι «φύση», αλλά δεν είναι η «Φύση». Είναι μια μερικότητα σε ένα ευρύ σύνολο, που αναζητά την τελείωση του, συνεργαζόμενος με την κάθε φύση που τον περιβάλλει. Έτσι, ο άνθρωπος για να βρει τον εαυτό του αναγκάζεται να συνεργαστεί με τους άλλους ανθρώπους, με τα ζώα, με τα φυτά, με κάθε στοιχείο οργανικό και μη που υπάρχει σε τούτο τον κόσμο τον όμορφο.
            Στην συνειδητοποίηση αυτής της διαφοράς η ύπαρξη ξεκινά το ταξίδι. Ο άνθρωπος γίνεται ταξιδευτής σε ένα απέραντο πέλαγος επιλογών, με την διάθεση υπέρβασης της στατικής πραγματικότητας και της φθοράς που εδρεύει σε ότι είναι παλιό και άκαρπο. Έτσι, κάνει τιμόνι το μυαλό και σκαρί το σώμα και ξεκινά αξιολογώντας τα πάντα, από το ήσυχο λιμάνι της κοιλιάς της μάνας του μέχρι το ήσυχο αγκυροβόλι στην κοιλιά της μάνας γης. Και στο ταξίδι από την μια μάνα ως την άλλη οι δυνατότητες πολλές, μα ο ουσιαστικός στόχος ένας: Ο άνθρωπος να γίνει Άνθρωπος.
          
  Είναι γεγονός ότι, στο μικρό χρόνο που περικλείεται στην ανάγκη του να κλείσει και να ανοίξει
αστραπιαία τα βλέφαρα ο άνθρωπος, από το τίποτα του κενού που κερδίζει στο σκοτάδι των κλειστών ματιών, μέχρι το καινό που αντικρίζει με το άνοιγμα των βλεφάρων, τα πάντα είναι αλλαγμένα. Η αλλαγή δεν είναι πάντα εμφανής. Είναι όμως κατανοητή στην συνειδητοποίηση του παιχνιδίσματος ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Κάθε εικόνα, κάθε αντίληψη, κάθε παράσταση στο κλείσιμο των βλεφάρων γίνεται παρελθόν και στο άνοιγμα της γίνεται καινό παρόν.
            Σε αυτή την ενδιάμεση πορεία των λίγων δευτερολέπτων, αλλάζει όχι μόνο η οπτική της ζωής αλλά και η ουσία της διάστασης της. Το κενό εγκαταλείπεται και το καινό αναζητείται. Το κενό νεκρώνεται και το καινό ζωοποιείται, και έτσι πορεύεται η ζωή ανάμεσα στην ακαριαία στιγμή της ακροβασίας του κενού με το κενό ή του καινού με το κενό.
           
Στις ανθρώπινες επιλογές, ο άνθρωπος συχνά δεν βολεύεται και συχνά βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να πάλλεται με τον εαυτό του ακόμα και για τις επιλογές του. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο άνθρωπος στην διάνοια του, διαφωνεί με όσα επιλέγει αλλά και πολλές φορές με όσα δεν επέλεξε. Διαφωνεί με όσα αποφάσισε, αλλά και με όσα δεν αποφάσισε. Διαφωνεί με όσα έπραξε, αλλά και με όσα δεν έπραξε. Και αρχικά τούτο φαίνεται να είναι παράλογο. Στην πραγματικότητα όμως, είναι η ανθρώπινη φύση που δεν ησυχάζει. Ο λόγος ένας και μονάκριβος, μα δυστυχώς δυσδιάκριτος στον άνθρωπο, που δεν βρίσκει την μαγική στιγμή της καταλαγής και της συμφιλίωσης με τον εαυτό του. Η διαφωνία τούτη είναι παραγωγική για την πορεία. Το κενό της δυσθυμίας κάθε επιλογής, κατ΄ ουσίαν άγει στην επιδίωξη της καινότητας μιας άλλης νέας επιλογής. Και ανάμεσα σε αυτό το μετεωρισμό κενού και καινού η Ύπαρξη κερδίζει το παιχνίδι της Ζωής. Δύσκολη η ακροβασία ανάμεσα στα δύο κενό-καινά  ή για να είμαστε πιο ισχυροποιημένοι, ανάμεσα στα δύο καινό-κενά. Μετέωρο βήμα, ανθρώπινο, η καταλαγή σε έδαφος παρόντος και παρελθόντος με την προοπτική του μέλλοντος. Και όμως, εκεί είναι η ουσία του πράγματος. Να βρίσκεις δηλαδή τον τρόπο και τον δρόμο και να αντισταθμίζεις την ζωή στην υπέρβαση του όποιου κενού και στην κατάκτηση του κάθε καινού.
Είναι αλήθεια πως η ακροβασία τρομάζει τον άνθρωπο. Όχι από τον φόβο μην πέσει. Ο άνθρωπος και αν πέσει ξέρει να σηκωθεί και αν τυχόν δεν σηκωθεί ξέρει να μπουσουλάει. Η ακροβασία τρομάζει τον άνθρωπο στο διάστημα που η δυσκολία της πορείας, φτάνει στην επικινδυνότητα του να πέσεις στο κενό ή στο καινό. Κάποιοι αψηφούν τον κίνδυνο και περπατούν στο τεντωμένο σκοινί της ακροβασία τους, βλέποντας αυτό να στερεώνεται σε αυτό που είναι και σε αυτό που θέλουν πραγματικά να Είναι. Αυτοί από άνθρωποι γίνονται Άνθρωποι, από ύπαρξη γίνονται Ύπαρξη και από είναι καθίστανται Είναι.
Κάποιοι πάλι δειλιάζουν να ανέβουν στο τεντωμένο μονό σκοινί αυτής της πορείας και αναμένουν την ασφάλεια των δύο σκοινιών που θα τους κατεβάσουν πέρα από την ζωή έτσι απλά, μαλακά και ήσυχα και μάλιστα χωρίς κόπο γιατί τα δύο σκοινιά τα κρατούν κατ΄ ανάγκη τέσσερα χέρια, γιατί ο άνθρωπος έχει πάψει να πορεύεται και έγειρε στο κενό της επιλογής του, για να γεμίσει ένα ακόμα κενό δύο μέτρων και κάτι. Οι πρώτοι επέλεξαν το ορθό. Οι δεύτεροι νόμισαν πως επέλεξαν και στην ουσία δείλιασαν να δουν το καινό.
             Οι σκέψεις τούτες με γεμίζουν αίμα και οξυγόνο, γιατί μέσα μου καταλαγιάζει ο παλιάτσος που γνωρίζει το κενό και το καινό. Αφήνω τα βιβλία στο πάτωμα. Γυρίζω στην βιβλιοθήκη και βλέπω μια Καινή Διαθήκη, Στέκομαι μπροστά στα χαρτιά. Θέλω ξαφνικά να δω μια θάλασσα και βγαίνω δειλά δειλά στο μπαλκόνι που βλέπει μια εκκλησιά. Ξαφνικά σκέφτομαι μια φίλη που αντίκρισε πρόσφατα κάποιο καινό, μα θάλασσα δεν βλέπω πουθενά. Και αποφασίζω αστραπιαία να συντάξω την δική μου διαθήκη. Μάλλον φοβάμαι το κενό όσο λατρεύω το Καινό μου.
           
Σήμερα, την 14η του μηνός των Ρόδων, εγώ ο Άνθρωπος, επί της οικείας που έχω μέσα μου, αγνοώντας τον όροφο διαμονής μου, άνευ διευθύνσεως και αριθμού, μη έχοντας σώας τας φρένας και άνευ ουδεμίας αντιλήψεως ορίζω και καταλείπω.
            Όταν απέλθω από το κενό στο Καινό, όλη μου την ουσία, γιατί περιουσία δεν έχω- να την λάβει όποιος δύναται να αντέξει μόνο στο ένα και μοναδικό σκοινί της ακροβασίας του κενού εως του καινού, απαλλαγμένος από τα δύο σκοινιά της μετεώρισης επί ορύγματος γαίας κενού και κενού.
            Στέκομαι στην υπογραφή και δεν ξέρω πώς να υπογράψω και τότε το Καινό μου δίνει την ιδέα:
Υπογραφή: Άνθρωπος Καινοποιηθείς εκ της συλλήψεως του απαληφθέντος Κενού.

Άξαφνα η θάλασσα θεριεύει μέσα μου και τα κύματα με παρασύρουν σε ταξίδια καινά όσο ποτέ. Και τότε καταλαβαίνω και φωνάζω να με ακούσει το Όλον του Σύμπαντος:
«Κενή Γη, δεν τα κατάφερες! Ζω!»
Το ταξίδι μόλις άρχισε…

15/04/2013
Β.Α. Γκρίλλας


[1] Μετάφραση:
«...Η φύση ολόκληρη, λοιπόν, αφ’ εαυτής, συνίσταται,
από δύο πράγματα: από σώματα και από το κενό,
στο οποίο τίθενται, και στο οποίο ποικιλότροπα κινούνται.
Γιατί η κοινή αίσθηση του είδους μας διακηρύσσει
ότι το σώμα αφ’ εαυτού υπάρχει...»

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Επιστροφή




Στάθηκε με ηρεμία το κάλος,
ανάμεσα στην μνήμη και την ανάμνηση,
στολίζοντας με ομορφιά την γραμμή της ζωής.
Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε τρείς
και το καταμεσήμερο πήρε χρώμα θλίψης.
Ο ουρανός έμεινε σκεπτικός στο πέρασμα του ήλιου
και οι ακτίνες άπλωσαν στοργικά την λάμψη τους,
πάνω από τα κουρασμένα λευκά σύννεφα,
που πάλευαν να κρατηθούν για να μην πέσουν.
Τα πιτσιρίκια ξεχύθηκαν στους δρόμους
και ο ήχος από το παιχνίδι
κυμάτιζε στο μυαλό κύματα χίλια και κάτι,
για να θυμηθεί ανάμεσα στην μνήμη και την ανάμνηση
τα χρόνια της ανεμελιάς που στάθηκαν.
Έμεινα σιωπηλός να κοιτάζω και να ταξιδεύω.
Είδα ζωντανούς, είδα χαμένους, είδα νεκρούς
και όλοι χαμογελούσαν λουσμένοι στο φως,
μιας μαγείας που αβίαστα ξεχώριζε
στην απλότητα μιας πανδαισίας χρωμάτων.
Μια σκέψη έφυγε από την αγκαλιά του ήλιου,
έκανε μια βόλτα στον γαλάζιο ουρανό,
πήρε λίγη από την παγωνιά του λευκού,
πήρε λίγη από τη ζεστασιά του χρυσού,
και κάθισε σε μια ακτίνα
αντίκρυ από το παράθυρο του δωματίου.
Με κοίταξε με όλη την γλύκα της,
μου χαμογέλασε με όλη την ομορφιά της,
με χαιρέτησε με όλη την ζωντάνια της,
και άρχισε πάλι να πετά
με κατεύθυνση τον ορίζοντα,
που απλωνόταν εκεί που δεν έβλεπα.
Στάθηκα με απογοήτευση στην απώλεια,
μα πριν προλάβω να πονέσω
ο ουρανός έπαψε να σκέπτεται,
οι ακτίνες άρχισαν να επιστρέφουν,
τα σύννεφα έπαψαν να κρατιούνται
και η καμπάνα σήμανε τον εσπερινό.
Η νύχτα ήρθε σιωπηλή,
και ο κόσμος γέμισε κραυγές.

Β.Α.Γκρίλλας

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Καστοριά



Μορφές γνωστές και άγνωστες,

δεμένες στις ίδιες αγωνίες,

αντικρίζουν με θολή ματιά τα νερά σου,

καθαίροντας μέσα τους την θέληση.

Ο χρόνος να τρέχει στο χρόνο του,

χωρίς να ακούγεται το βήμα που χάνεται,

για να μην σαλέψει η ησυχία της ψυχής,

σε άσκοπα πεταρίσματα ήχων.

Χρώματα δεμένα στον κύκλο σου

και στη μέση η καρδιά να βράζει,

άλλοτε σε ατελείωτα γιατί,

κάποτε σε σταθερά τώρα

και κάπου κάπου σε κάποια πρέπει.

Το ίσως χάνεται στο πουθενά,

από τη μαγεία μιας σιγουριάς,

που καθρεπτίζεται στα κύματα της λίμνης,

καθώς λευκά πουλιά,

τσιμπολογούν την αβεβαιότητα.

Και ο ήχος σου χάλκινος,

λαμπρή γιορτή στο πουθενά και στο εδώ,

να ξεσηκώνει την ύπαρξη ισχυρά,

σε πρωτόγνωρες ανατροπές ζωής και ζωής.

Έσκυψα να δω τους ανθρώπους

και είδα το γνωστό και το άγνωστο

στα ίδια πρόσωπα στεριωμένο,

να προσμένει μια διαφορά.

Προσπάθησα να μελετήσω τα πρόσωπα,

μα δέθηκαν τα χέρια μου,

σε κύκλο άγνωστου χορού,

που έτρεχε προς τη ζωή με βιάση

και δεν πρόλαβα.

Κοίταξα να ξεχωρίσω φίλους και γνωστούς,

μα στάθηκε μάταιο στην ουσία του,

γιατί στην πόλη σου αυτή η διάκριση,

είναι αναπόφευκτα ακατόρθωτη.

Πήρα την τρανή απόφαση

να περπατήσω στην άκρη σου

και δεν μετανιώνω για όσα είπα και άκουσα,

γιατί το ζωντανό νερό σου,

ξέπλυνε την ενοχή και το όνειρο.

Και απόμεινα μόνος

να σκέπτομαι με βεβαιότητα

πως κάποτε στην Καστοριά

ζήσαμε τη ζωή μας.

Απαλλαγμένοι από τα σχήματα,

ελεύθεροι από τα πρέπει,

πουλιά σε ούριο άνεμο,

ξαμολημένα στην υγρασία της λίμνης.

Και το παράδοξο της παρουσίας σου,

κομμάτια πάγου να ζεσταίνουν τις ψυχές

και λαύρες φωτιές στα τζάκια να καίνε

την κόλαση της μοναξιάς μας.

Η πόλη σου με έμαθε

να ερωτεύομαι τον έρωτα

και αντίδωρο την δίδαξα

να αντέχει την αντοχή της αμάθειας.

 Θυμάμαι τον πρωινό  περίπατο,

εκεί που η λίμνη ερωτεύεται την στεριά,

γεννώντας την ομορφιά του κόσμου

πάνω σε πανύψηλους βλαστούς αιώνιους.

Και η σκέψη κατρακυλά με πείσμα,

στο απογευματινό σεργιάνι,

εκεί που η λίμνη τελειώνει το ταξίδι της

δίνοντας χώρο στον ταξιδιώτη.

Χιλιόμετρα μακριά ακούω

χάλκινους ήχους γιορτής

και θεριεύει το μέσα μου να φύγει,

σε ένα ταξίδι αλλιώτικο και αθάνατο,

για να σμίξει με την ομορφιά που περιμένει.

Κράτησα την μνήμη ζωντανή,

με πείσμα να μην γίνει ανάμνηση,

και αγάπησα μέχρι τα χιόνια,

γιατί στο όνειρο το λευκό είναι απαραίτητο.

Και ήταν τότε μέρες Χριστούγεννα στην Καστοριά.

Πέρασε ο χρόνος και πάλι μέρες Χριστούγεννα είναι.

Μα σταθερός στο όνειρο,

αρνούμαι την άρνηση

και μένω δεμένος στο όνειρο μόνο για μένα.



Και όλο τούτο το θαύμα έχει αιτία την Καστοριά…



Β.Α.Γκρίλλας

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Αναμονή



Στέκομαι στην ερημιά του κόσμου
μετρώντας και πάλι κύματα.
Αντικρίζοντας το πέρασμα του Ορίζοντα
στην ματιά που απομονώνει την διάθεση,
ανάμεσα σε ένα διπλό παιχνίδι,
ύπαρξης και ανυπαρξίας, σταθερότητας και κίνησης.
Και οι κόρες των ματιών πλατιάζουν,
για να καταπιούν ολάκαιρη την θάλασσα,
σε ένα ταξίδι που φεύγει και χάνεται
και γυρίζει και στέκεται
στο παντού και στο πουθενά.
Η πραγματικότητα να πνίγεται στο βυθό
και η προσδοκία να καρφώνεται στην στεριά.
Η ψυχή να μάχεται στην ολοκλήρωση,
στο κόκκινο του αίματος εντοπισμένη,
που αναζητά με μαρτύριο,
το γαλάζιο το καθαρό και απέραντο,
για να ξεφύγει από την μιζέρια των θανάτων.
Και δείχνει το είναι να ανησυχεί στην ουσία του,
μετρώντας το σάπιο της υγρασίας,
που ρυθμίζει το απόλυτο και το σχετικό
στην απόλυτη διάθεση της απαλλαγής
από την συνήθεια.
Η θάλασσα κατάλαβε.