Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Η Γλώσσα

Αποτελεί  κοινή ομολογία η τοποθέτηση, ότι η Γλώσσα είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους. Το ευκίνητο και μυώδες όργανο του στόματος, δεν είναι ένα απλό αισθητήριο όργανο γεύσης, που χρησιμοποιείται μόνο στο μάσημα και στην κατάποση της τροφής. Είναι παράλληλα το εργαλείο για την άρθρωση των φθόγγων, που οδηγούν στην ομιλία.

Η Γλώσσα ως επικοινωνία, είναι πολυσύνθετο πράγμα. Ως σύστημα συμβόλων, κινήσεων, σημείων και ήχων, παράγει επικοινωνία και καταφέρνει να δηλώσει αυτό που βρίσκεται στον ανθρώπινο λόγο, στην ανθρώπινη λογική. Η σημαντικότητα αυτής της σύνθεσης μπορεί να προσδιοριστεί και εκ του αντιθέτου, αν αναλογιστεί κάποιος, πως η έκφραση και η επικοινωνία είναι τόσο ισχυρές ανάγκες στον άνθρωπο, που καλούν την γλώσσα να παράγει έργο ακόμη και όταν δηλώνει πράγματα, που δεν εμπίπτουν στο λόγο-λογική, αλλά στον παράλογο. Γλωσσική έκφραση λοιπόν, παράγει και ο λογικός άνθρωπος και ο παράλογος. Αν προσδιορίσουμε με ακρότητα το σχήμα αυτό δυνάμεθα να πούμε, πως ο λογικός μιλάει και εκφράζει την λογική του και ο φρενοβλαβής μιλάει και εκφέρει τον παραλογισμό του. Η ουσία είναι πως ο άνθρωπος σε κάθε περίπτωση εξαρτάται και εξαρτά την γλώσσα στην ίδια του την ύπαρξη.

Είναι αλήθεια πως ο κώδικας επικοινωνίας, που αποτελείται από φθόγγους, γράμματα και λεξήματα, διέπεται από κανόνες γραμματικούς και συντακτικούς και έτσι καθίσταται το κύριο μέσο της επαφής των ανθρώπων και των κοινωνιών. Η ύπαρξη γραμματικής και συντακτικού δεν είναι στοιχείο για περιφρόνηση. Αντίθετα η κατανόηση αυτών των παραμέτρων, προσδίδει στην γλώσσα υπαρξιακή και υπαρκτική ουσία.

Η γραμματική είναι το σύνολο των κανόνων, που διέπουν μια γλώσσα και αφορούν την ποιότητα της δομής της. Ουσιαστικά, καθορίζουν το «ποιοτικά» καλύτερο της έκφρασης και άρα της επικοινωνίας. Τα γραμματικά επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης, οριοθετούν την φωνολογία, το λεξιλόγιο και τη σημασιολογία των λέξεων, για να καταλήξουν στην ορθή σύνταξη της γλώσσας.

Οι συντακτικοί κανόνες δεν αποτελούν, σε καμία περίπτωση, ξεχωριστό και ανεξάρτητο κομμάτι της γραμματικής, αλλά αναπόσπαστο μέρος της. Το συντακτικό στοχεύει στην εξυπηρέτηση της ορθότερης μορφολογίας της γλωσσικής δομής. Δηλαδή, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την τυπολογία της έκφρασης και της επικοινωνίας.

Σημαντικό ρόλο στο ανθρώπινο γλωσσικό σύστημα έχει η ελληνική γλώσσα. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην ινδοευρωπαϊκή καταγωγή της, στα γραπτά κείμενα που διασφαλίζουν την ιστορία της από το 15ο αιώνα π.Χ., στην σχέση της με το βαλκανικό γλωσσικό δεσμό. Επιπρόσθετα θα ήταν σκόπιμο να δούμε το συσχετισμό της γεωγραφικής της εξάπλωσης και τις φάσεις της εξελικτικής της πορείας, (πρωτοελληνική, μυκηναϊκή, κλασσική, κοινή ελληνιστική, μεσαιωνική ελληνική, νέα ελληνική, σημερινή ελληνική).

Σταθερά κρίνεται σκόπιμο να διερευνήσει, όποιος θέλει πλήρη εικόνα, την γραφή της ελληνικής γλώσσας και την γλωσσική επαφή που επηρέασε και επηρεάστηκε από άλλες γλώσσες. Τέλος θα ήταν φρόνιμο να μελετηθεί το αλφάβητο, της ελληνικής γλώσσας, όχι μόνο αυτό που σώζεται, αλλά και το αρχικό με εκείνα τα υπέροχα γραμματάκια, (το δίγαμμα (Ϝ), το κόππα (Ϟ, ϟ), το Δωρικό γράμμα σαν (Ϻ, ϻ), το σαμπί ή δύσιγμα (ϡ, το στίγμα (Ϛ ϛ) το σω (Ϸ, ϸ)…..κ.τ.λ ) , που νομίζουμε πως πέθαναν στο διάβα των αιώνων, αλλά αυτά παραμένουν και άλλαξε η μορφή τους με αποτέλεσμα δύσκολα να τα αναγνωρίσουμε. Είναι σαν τα πιτσιρίκια που αν τα δεις μετά από χρόνια δεν τα αναγνωρίζεις, γιατί απλά μεγάλωσαν και άλλαξε η μορφή τους.

Ωστόσο η σκέψη μου κινείται αλλού. Η γλώσσα ως έκφραση του λόγου, παράγει την έκφραση όλων των στοιχείων που κρύβει η ανθρώπινη ύπαρξη, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο μεγάλα. Αξίες, ιδέες, απόψεις, συναισθήματα, ιδανικά, εντάσεις, σκέψεις, βρίσκουν το δρόμο να ταξιδέψουν με όχημα την γλώσσα. Παρόλα αυτά, ο άνθρωπος έπαψε να ομιλεί. Ο άνθρωπος πλέον απλώς συνεννοείται! … ούτε καν επικοινωνεί!... Απλώς συνεννοείται! Η γλώσσα δεν πτώχευσε, ο άνθρωπος πτωχεύει διαρκώς μεταβιβάζοντας την ευθύνη του. Ο άνθρωπος πτώχευσε στην λογική και αυτό αποτυπώθηκε στην γλώσσα. Και για να είμαι πιο σαφής ας δούμε ένα παράδειγμα : η «αγάπη», παραμένει για την γλώσσα «αγάπη», ο άνθρωπος ξέχασε να αγαπά και άρα δεν μπορεί να το ομολογήσει. κ.τ.λ… κ.τ.λ.

Είχα πολλά να πω, ανάμεσα σε αυτό το διάλειμμα των συναντήσεων του γραφείου μου, που τα τελευταία χρόνια λέγονται meetings, μα με διακόπτει η γραμματέας μου με το χτύπημα της πόρτας. Ορμά στο γραφείο μου και αρχίζει την γκρίνια, γιατί δεν έφαγα τίποτα από όσα είχε αραδιάσει πιο πριν στο γραφείο μου, γιατί δεν ήπια το χυμό μου, γιατί ο σκέτος καφές θα μου σπάσει το στομάχι, γιατί έχω στον 7ο όροφο το παράθυρο ανοιχτό χειμωνιάτικα και θα παγώσω…… Την αφήνω ελεύθερα να πει όσα θέλει και μόλις σταμάτησε την ρωτώ: «Τι είναι γλώσσα;»

Δεν απαντά. Συνεχίζει  μιλώντας για τις δύο επόμενες συναντήσεις, που αφορούν τα προγράμματα διαρθρωτικής αναπροσαρμογής του Ομίλου…… μπλά μπλά μπλά μπλά    ……. Μου περιγράφει σε άψογους γλωσσικούς σχηματισμούς τον κύριο ΧΧΧ και την κυρία ΨΨΨ που με περιμένουν και πρέπει να δω. Η ζωντανή περιγραφή της, μου δίνει πλήρη, τυπική και ουσιαστική εικόνα. Της λέω να με περιμένουν στην αίθουσα συναντήσεων. Κάνει να φύγει μα την σταματώ και ξαναρωτώ: «Τι είναι γλώσσα;». γελάει και μου απαντά: «Να ακούτε καλά ότι σας λέω!». Ξαναγελά και φεύγει.

Απογοητεύτηκα μπροστά στην αλήθεια των καιρών, που άκουσα από το στόμα της κοπέλας. Τελικά στην σύγχρονη σκέψη, γλώσσα είναι αυτό που θέλουμε να ακούν οι άλλοι. Άραγε αυτό που ακούν οι άλλοι, είναι αυτό που ΕΜΕΙΣ θέλουμε να πούμε…;

Μέσα μου ξέρω την αλήθεια. ‎Δεν είναι που χάθηκαν τα δάχτυλα στον άνθρωπο, είναι που στέρεψε η επιθυμία να χαϊδεύει τις ψυχές. Δεν είναι που χάθηκαν οι λέξεις, είναι που ο άνθρωπος έχασε την επιθυμία να λέει ό,τι νοιώθει….

Β.Α. Γκρίλλας


Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Αναγωγή: To Θείο, η Δασκάλα, ο Μαθητής

                                                                                  "Καίγεται ο λόγος καθαρός
                                                                                      η αιτία των πραγμάτων
                                                                                 κι αυτά που μένουν, λιγοστές
                                                                                      εικόνες, αποσπάσματα,
                                                                              φαντάσματα τυφλά της σύμπτωσης."
                                                             (Αριστοτέλη Νικολαΐδης, Δια λεπτών μεμβράνων.)

Θυμάμαι έντονα την Δασκάλα μου, να διδάσκει Πλωτίνο. Είναι αυτό, που λένε «γονάτισα για να καταλάβω», πώς συμβιβάζεται η ύπαρξη του κακού με στο  κόσμο, με δεδομένο πως ο κόσμος κυβερνάται από την πανσοφία, την παναγαθότητα, την παντοδυναμία και τη δικαιοσύνη του Θεού.

Ο μικρός που παίζει αμέριμνα με τα αυτοκινητάκια του στο χαλί, αντιλαμβάνεται την σκέψη μου –γιατί τα παιδιά καταλαβαίνουν τα πάντα σε πείσμα των μεγάλων- και πετάγεται απότομα: «Ε! Άκουσα για Θεό! Θα μου μιλήσεις για το Χριστούλη;». Εκνευρίζομαι, γιατί διακόπτει τη σκέψη μου και αδικαιολόγητα αντιδρώ: «Όχι ρε! Δεν θα σου πω για το Χριστούλη! Για ‘μένα θα σου πω και κάνε αναγωγή σε όποιον Θεό θέλεις!» Το παιδί σαστίζει και ρωτά: «Ναι ρε μάστορα! Να κάνω! Αλλά τί είναι αναγωγή;»

Την αξιολόγηση της σχέσης, μεταξύ καλού και κακού, δικαίου και αδίκου, επιχείρησαν να την προσεγγίσουν φιλόσοφοι και φιλόσοφοι. Μάλιστα, λόγω της σχέσης που παράγεται, δεν έχασαν ευκαιρία οι θεολόγοι και έβαλαν και αυτοί ένα λιθαράκι. Επειδή όμως οι θεολόγοι δεν μπορούν να είναι φιλόσοφοι, αρνήθηκαν να πλησιάσουν το οικοδόμημα και το λιθαράκι το πέταξαν από μακριά, παράγοντας περισσότερο ζημιά, παρά συμβάλλοντας στην διερεύνηση του θέματος!

Η Δασκάλα κάθεται στο γραφείο της, και τριγύρω της «οι νεοσσοί του κόσμου». Κάθομαι και ‘γω παράμερα, κάπου στ’ αριστερά της και μόνο ακούω. Ακούω με την υστεροβουλία του μαθητή, που θα «κλέψει», όχι αυτό που ακούγεται, αλλά το άλλο, το σπουδαίο που δεν ειπώθηκε. Δε λέω, έξυπνη η Δασκάλα -γιατί η αλεπού είναι πάντα 101 και το αλεπουδάκι είναι πάντα 100- μιλάει όσο θέλει και λέει ό,τι θέλει!.... Αλλά κάνει και την «κουταμάρα» της! Δεν κλείνει τα μάτια, και από τα μάτια ο Δάσκαλος διδάσκει πολλά! Αν τα κοιτάς μαθαίνεις περισσότερα. Έτσι, προσπάθησα και ‘γω να μάθω λίγα γράμματα. Αν τα κατάφερα δεν ξέρω… ξέρω όμως «πώς» και «πως» προσπάθησα! Και σύ φίλε μου, που διαβάζεις τούτες τις μπούρδες τώρα, αν δεν ξέρεις την διαφορά του «πώς» και του «πως»… μη πας παρακάτω, μη συνεχίσεις να διαβάζεις και τρέξε στην πλατεία για το καφεδάκι σου!

Οι στωικοί φιλόσοφοι, αναζητούν την σχέση του αγαθού και του κακού ή αλλιώς του δικαίου και του αδίκου, με δεδομένο πως το Θείον εφορεύει την τάξη του Κόσμου. Ο Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, δηλ. η σύνθεση της φυσικής και της οργανωτικής δύναμης του Κόσμου. Η Ειμαρμένη αποτελεί τον Λόγο και την Νομοτέλεια του Παντός, καθώς και την δύναμη, που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας  και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.

Στο σημείο αυτό σηκώνομαι από το γραφείο, για να καταστρέψω το στομάχι μου, με ένα ακόμη παυσίπονο. Η σκέψη μου, που διαβάζει τη  σκέψη της, κάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα και κοιτάζει στον κήπο. Το παυσίπονο αρνείται πεισματικά να διαλυθεί στο στομάχι μου, ο πονοκέφαλος αρνείται δυναμικά να υποχωρήσει, οι στωικοί δεν εγκαταλείπουν την Στοά με τίποτα, η Δασκάλα δεν έχει σκοπό να πάψει να διδάσκει και ‘γω βρίσκομαι στην δυσάρεστη θέση να συνθέσω τα παραπάνω. Παράξενο πλάσμα ο εαυτός μου!

Ο Πλωτίνος, επιχειρεί να λύσει το γρίφο του αγαθού και του κακού διαχωρίζοντας το Ον, σε τρείς οντολογικές βαθμίδες: Εν-Νους-Ψυχή. Το Εν, ταυτίζεται με το Αγαθό(πλατωνική θεώρηση) και αποτελεί την αιτία και το σκοπό των υπολοίπων υποστάσεων και των όντων, που μετέχουν σε αυτές. Ο Νους, (σύνθεση της αριστοτελικής θεώρησης του Θεού και του πλατωνικού κόσμου των Ιδεών), αποτελεί το στοιχείο που μεταλαμβάνει την απόλυτη πρώτη λάμψη του Ενός (Αγαθού). Το σημαντικό του Νου είναι, πως παραμένει αιώνιος, αμετάβλητος και αυτό-προσδιοριζόμενος!!! Τέλος η Ψυχή. Το αντίθετο του Νου! Διαρκώς μεταβαλλόμενη, αποτελεί τη διαμορφωτική και την ποιητική αιτία του αισθητού κόσμου, που κοσμεί το Σύμπαν, σύμφωνα με τις προσταγές του αιώνιου νοητικού προτύπου του Νου.

Προσπαθώ να αντιμετωπίσω την κατάσταση ψύχραιμα. Ο μικρός αρχίζει και χτυπιέται: «Τι είναι αναγωγή; Τι είναι αναγωγή;». Επιθυμώ να τον στείλω από ‘κει που ’ρθε, αλλά σαν καλός χριστιανός, παίρνω ύφος γαλήνιο και του απαντώ: «Κάνε υπομονή παιδί μου! Θα καταλάβεις!». Όταν βέβαια, φίλε μου, ακούς μεγάλο να δίνει τέτοιες απαντήσεις σε παιδί, ταχέως μετάφρασε: «Σκάσε βλαμμένο! Ούτε και ΄γω ξέρω τι στο διάβολο είναι τούτο το πράγμα!». Επιχειρώ να κρατήσω το επίπεδο μου και «βρίζω» την Δασκάλα μου, που έκανε τέτοια ζημιά: «Πού πας κυρία μου; Πετάς ένα τόνο φωτιά σε ξερά χόρτα και φεύγεις με χαμόγελο;».

Τα χρόνια πέρασαν μετά τον Πλωτίνο και πρόσφατα το 1646, η ζωή αποφάσισε, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, να γεννήσει ένα ζουμπουρλούδικο παιδάκι, που οι γονείς του το ονόμασαν Γκότφριντ. Καλό παιδί και προκομμένο! Έμαθε πολλά γράμματα και όταν μεγάλωσε σοβάρεψε και το όνομά του: Gottfried Wilhelm Leibnitz!

Ο Leibnitz,  θεωρείται από τους βασικούς φιλοσόφους του 17ου και 18ου αιώνα. Καθολικό πνεύμα που χαρακτηρίστηκε ως «ο πολυμαθέστερος ανήρ μετά τον Αριστοτέλην». Τούτος ο άνθρωπος, βρέθηκε σε πολύ δυσάρεστη θέση. Είχε δάσκαλο το Θεολόγο Adam Scherzer και τον Φιλόσοφο Jacob Thomasius. Στο τέλος κατέληξε να λύνει προβλήματα μαθηματικών, φυσικής και αστρονομίας με δάσκαλο τον Erhard Weigel.

Τώρα θα μου πεις: «Ρε μάστορα! Τι με νοιάζει εμένα η ζωή του Leibnitz. Kαι ‘γω θα σου απαντήσω: «Σε νοιάζει και σε παρανοιάζει ρεε! Και διάβασε και το παρακάτω, μη σου τσακίσω τα παΐδια!». Δημοκρατικά πράγματα!

Ο λεβέντης ο τσολιάς, ο απίθανος ο Leibnitz, συμβίβασε φιλοσοφικά την ύπαρξη του κακού στον κόσμο με την ύπαρξη του Θεού. Έχοντας φιλοσοφική και θεολογική γνώση και σε συνδυασμό με την δυνατότητα θετικής σκέψης -μέσα από την μαθησιακή πορεία που ακολούθησε- καταφέρνει και συζητά σε φιλοσοφικό-θεολογικό επίπεδο. Μάλιστα, χρησιμοποιεί πρώτος την έννοια και τον όρο «Θεοδικία», προσδιορίζοντας, έτσι την δικαιοσύνη του Θεού.

Ο μικρός αρχίζει και καταλαβαίνει την σχετική αναγωγή! Κάθεται οκλαδόν στο χαλί, τρώει τη σοκολάτα του, πασαλείβει τα μούτρα του, και με γεμάτο το στόμα ρωτάει: «Είναι ο Θεός δίκαιος;». Από την ερώτηση του παιδιού, καταλαβαίνω πως το πράγμα αρχίζει και ζορίζει. Αναρωτιέμαι: «Πού είναι τώρα η Δασκάλα;», και αυτομάτως, για πρώτη φορά, βρίσκω την δύναμη να ερμηνεύσω την ανάγκη μέσα μου. «Η Δασκάλα φίλε μου, είναι σπιτάκι της! Ό,τι ζημιά είχε να κάνει την έκανε και αν γουστάρεις να το παίζεις μάγκας, να βγάλεις μόνος σου τα κάστανα από τη φωτιά!» Τι να κάνω δεν έχω άλλες επιλογές!!! Κάθομαι απέναντι στον μικρό, που ζει στην γλύκα της σοκολάτας του, και αρχίζω όχι να αναλύω , αλλά να αναλύομαι!

Αν κρίνει κάποιος, με τα ανθρώπινα δεδομένα, την δικαιοσύνη του Θείου, τότε σαφώς ο Θεός αποδεικνύεται άδικος. Αυτή η αντίληψη, αν και ορθή, δεν παύει να αποτελεί νομικίστικη τοποθέτηση, που ανθρωποποιεί το Θείον. Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο στην ανθρώπινη ύπαρξη, από το να προβάλει τα ανθρώπινα πάθη της, στην σφαίρα του Όντος. Ο Θεός –και επισημαίνω Ο ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΟΣ- είναι η έκφραση του αγαθού. Η διεστραμμένη ερμηνεία, με το ερώτημα αν το Θείον είναι δίκαιον είναι βλακώδης. Η απάντηση είναι μία: Σαφώς και το Θείον είναι Δίκαιον! Η δικαιοσύνη του Θείου, δεν σχετίζεται με τον τρόπο, που ο Θεός διακρατεί τα σύμπαντα, αλλά με τον τρόπο, που ο άνθρωπος επιχειρεί να καρπωθεί την δικαιοσύνη, που απορρέει, από το ηθικό πρότυπο του Θείου. Το Θείον, δεν περιορίζεται, ως δίκαιο, με τα δεδομένα που καθορίζει ο άνθρωπος την δικαιοσύνη της ατελούς υπάρξεως του.

Υποχρέωση του ανθρώπου είναι η αναγωγή του στο αγαθό του Θείου Δικαίου. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αναχθεί η ύπαρξη σε Ύπαρξη και ο άνθρωπος να γίνει από «είναι»…«Είναι». Η πορεία δεν είναι ποτέ σταθερή και δυστυχώς δεν υπάρχουν νόρμες επιτυχίας. Μια καλή αρχή αναγωγής, είναι η καταλαγή. Δηλαδή, ο άνθρωπος να κατανοήσει την οντική του παρουσία και από εκεί να αρχίσει να καταλαγιάζει τον εαυτό του. Από τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξης του! Είναι αυτό που λέει απλά ο σοφός λαός: «Να τα βρεις πρώτα με τον εαυτό σου!». Ως καταλαγή, δεν σημειώνεται και δεν νοείται η απραξία. Αντιθέτως, η καταλαγή ορίζεται, ως η ουσιαστική ισορροπία των ενεργειών και των πράξεων του έσω και του έξω ανθρώπου.

            Ο πονοκέφαλος δείχνει να καλμάρει. Δεν ξέρω αν έλειωσε το παυσίπονο ή ησύχασε το κεφάλι από μόνο του. Ο μικρός έχει φάει τη σοκολάτα. Έχει υποχωρήσει στο στόμα του η γλύκα και έχει αρχίσει αυτή η παράξενη δυσπεψία, από την κατανάλωση της γλυκαντικής ποσότητας: «Οφ! Έσκασα!», τον ακούω να λέει και ξαπλώνει στο χαλί, βλέποντας το ταβάνι. «Κατάλαβες τι σκέψη μου μικρέ;» ρωτάω, για να λάβω σταθερά την απάντηση:«Όχι! Είμαι μικρός ακόμα!».

  Χτυπά το κουδούνι στην πόρτα. Ανοίγω χωρίς να ρωτήσω. Βλέπω για πρώτη φορά, ένα κύριο καλοντυμένο, εγωκεντρικά επιβλητικό, ο οποίος με καλησπερίζει με περισσή ευγένεια. «Με ποιόν έχω την τιμή;» ρωτώ, για να λάβω την απάντηση: «Ο Πλωτίνος είμαι.». Τον οδηγώ σε έναν ασυνήθιστο γι’ αυτόν χώρο, που ονομάζεται σαλόνι, και επιδεικνύοντας τον τριθέσιο σκίμποδα του λέω: «Καθίστε!» . Δείχνει σα να ξέρει τον χώρο. Παραξενεύομαι! Ακούω ένα «Ευχαριστώ!», και τον βλέπω να κάθεται οκλαδόν στο χαλί, μαζί με τον πιτσιρικά. Δεν μιλάω, απλά παρατηρώ.

Ο μικρός, έχει αλλάξει έκφραση. Μιλάει με τον επισκέπτη μου, σε μια γλώσσα, που δεν μπορώ να καταλάβω και δείχνει να αισθάνεται υπέροχα. Η συζήτησή τους «ανάβει» και το ενδιαφέρον του πιτσιρικά παραμένει αμείωτο, για να μην πω σταθερά αυξημένο. Τους διακόπτω σχετικά διακριτικά: «Μα, τι λέτε εσείς εκεί;». ο Πλωτίνος κοιτάζει το παιδί και το Παιδί αρχίζει να μιλάει με όλη την σοβαρότητα και τη σοφία του:

«Θεοδικία, είναι η δικαιοσύνη του Θείου, έτσι όπως ο Θεός την καθορίζει. Δεν υπάρχει μέτρο για να καταλάβεις, γιατί στο μέτρο του Θεού,  η σχετικότητα της ανθρώπινης σκέψης, δεν τα καταφέρνει. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε την ελλειμματικότητα μας, σε σχέση με την θεία δικαιοσύνη, είναι ο αυτοπροσδιορισμός της ύπαρξης μας και η κατανόηση πως το αγαθό του Νου και της Ψυχής, είναι στην σύνθεση του Προσώπου και όχι στην εσωτερική αντίθεση της ύπαρξης του. Η δικαιοσύνη δεν αποτελεί κατάσταση, αλλά διαρκή πραγματικότητα, που βιώνεται κάθε λεπτό καθημερινά.».


Ο μικρός θέλει να πει και άλλα, αλλά τον διακόπτει το γέλιο του Πλωτίνου. Ο επισκέπτης μου σηκώνεται να φύγει και εγώ μένω άναυδος, από την αντίδραση και του μικρού και του Πλωτίνου. Χαμογελώ από αδυναμία. Ο Πλωτίνος μου χτυπάει παρηγορητικά την πλάτη και μου λέει: «Έχει δίκιο το παιδί!». Φεύγει.

Μένω στο χώρο με τον πιτσιρικά, που αδιάφορα αρχίζει να παίζει. «Ε! μικρέ! Πώς είναι το στομάχι σου;» ρωτάω. «Ανάλαφρο!», μου απαντά. Το δικό μου πάλι, είναι χάλια. Αρχίζω και διαβάζω από την αρχή της πλωτινικές Εννεάδες.  Ο μικρός αφήνει το παιχνίδι, στέκεται δίπλα μου, μου χτυπά την πλάτη και μου λέει: «Ε! Θείο! Μην ακούς τι είπε ο κύριος που ήρθε… μπορεί να έχεις εσύ δίκιο!»

Λαμβάνω το μεγαλύτερο μάθημα περί σχετικότητας των εννοιών. Καταλαγιάζω μέσα μου την διάθεση για μελέτη και αφήνω το νου μου στα πρωτογενή συμπεράσματα των μαθημάτων της Δασκάλας. Τελικά, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος με τον εαυτό του, αναγνωρίζοντας τα όρια και τις δυνατότητες που διαθέτει. Η ουσιαστική ισορροπία δεν παράγεται με την αντίληψη της δικαιοσύνης του Θείου, αλλά με την πληρότητα της γνώσης των σημείων, που η ύπαρξη  σου μένει επαρκής ή ανεπαρκής μπροστά στο καλό και αγαθό.

Η Δασκάλα έκανε μεγάλη ζημιά. Έβαλε το μυαλό να δουλέψει αντίστροφα…. Ανάλαφρα, επιδέξια και μαστορικά έκανε την δουλεία της στο εργαστήρι της γνώσης. Χαμογελώ από βεβαιότητα. Όχι πως έμαθα κάτι σπουδαίο, αλλά κατάλαβα την αξία του να ψάχνεις και να βρίσκεις εκεί που δεν το περιμένεις. ‘Έμαθα την ανεπάρκειά μου και είμαι ευτυχής.

Από το βάθος της γειτονιάς ακούω τα παιδιά να παίζουν αμέριμνα. Γυρνάω τα χρόνια πίσω, την εποχή που στο μυαλό δεν υπήρχαν στωικοί, Πλωτίνος και Leibnitz. Ακούω την γιαγιά να προσεύχεται στο Θεό, την μάνα, να δικαιώνει το ρόλο της και τον πατέρα να δείχνει τους ορίζοντες.

Γελάω…. τελικά στο σπίτι πάντα ζούσε και ο Πλωτίνος και δεν το είχα ανακαλύψει…..

Β.Α. Γκρίλλας

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Ελευθερία: όριο και δέσμευση.

Είμαι απόλυτα βέβαιος, πως αν γίνει ένα φιλολογικό συνέδριο, με θέμα τον ετυμολογικό προσδιορισμό της λέξεως «ελευθερία», σε λιγότερο από ένα 24/ωρο θα ξεσπάσει ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος. Μάλιστα, τελευταία αναρωτιέμαι  -εκείνες τις σαλεμένες ώρες, που ο νους κάνει ό,τι θέλει χωρίς να ρωτά-  πώς και αυτή η δυνατότητα δεν έχει γίνει αντιληπτή, από τους επίδοξους πλανητάρχες της πολιτικής, της οικονομίας, των επιχειρήσεων κ.τ.λ.

Και ενώ σκέπτομαι αυτά, πετάγεται η μάνα μου από τον καναπέ της –γιατί η μάνα πάντα ξέρει να διαβάζει τη σκέψη του παιδιού της- και μου αναπτύσσει την γνωστή ιστορία της οικογένειας, που κρέμασε στον τοίχο του πατρικού δύο Βασιλικούς Επαίνους, δύο επαίνους αναγνωρίσεως Ηρώων, δύο ενυπόγραφες επιστολές της ίδιας Τάδε Βασίλισσας της Ελλάδος (αυτό συνοδεύεται πάντα με το σχετικό «παρακαλώ!!!» του θαυμασμού), ένα μάτσο κιτρινισμένες και δακρύβρεχτες εφημερίδες εποχής, που η οικογένεια τις προσέχει πιο πολύ και από τα συμβόλαια των τίτλων ιδιοκτησίας του ίδιου του πατρικού. Επιπρόσθετα γίνεται στον επίλογο η σχετική αναφορά στις Επετηρίδες Ηρώων του Γ.Ε.Σ που γράφουν με χρυσά γράμματα τα Έπη της οικογένειας μας, για να καταλήξουμε στην πλατεία και στα αγάλματα, που η οικογένεια δεν αντέχει να τα βλέπει. Τέλος καταλήγουμε στο γνωστό επιμύθιον: «Και όλα αυτά για την ελευθερία!»…. βρίσκω το θράσος και ρωτώ «Ναι ρε μάνα! Αλλά τι είναι ελευθερία;»… για να πάρω την κατηγορηματικά σταθερή απάντηση: «Κάνε παραπέρα παιδάκι μου!»

Τώρα εσύ φίλε μου γελάς και σε βλέπω! Καλά κάνεις! Αλλά από όλους τους ορισμούς της ελευθερίας, η μάνα μου έχει δώσει τον καλύτερο και δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν θα πλαντάξουν στο κλάμα όλοι οι φιλόλογοι για την ελλειμματικότητά τους. «Κάνε παραπέρα παιδάκι μου!», δηλαδή: Ελευθερία είναι, η δυνατότητα του ανθρώπου, να μπορεί να οδεύει σε διάρκεια και προέκταση, χωρίς να αλλοιώνεται η παιδική αθωότητα της ανθρώπινης ύπαρξης του.

Η πρώτη ετυμολογική προσέγγιση της λέξης, διαχωρίζει την ελευθερία, στο α’ συνθετικό «Ελευθε» και στο β’ συνθετικό «Ρίον». Και τα δύο συνθετικά έχουν απόλυτα αρχαία ελληνική ρίζα: «Ελευθε», από το έλευσις, ελευθώ, ελευθήσομαι, ήλθον κ.τ.λ. που σημαίνει περνώ, εισέρχομαι. Το «Ρίον» (ομηρική λέξη), σημαίνει στέρεο έδαφος, στεριά, χερσόνησο, χερσαίο. Το πιθανότερο αυτής της ετυμολογίας είναι πως πρόκειται για την ακριβή φράση «ΕΛΕΥΘΕΡΕΣΤΕ ΡΙΟΝ» δηλαδή, περάστε, εισέλθετε σε σταθερό έδαφος, όπου στην συνέχεια με τις σχετικές μεταπτώσεις, έγινε «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».

Σε αυτή την ετυμολογική προσέγγιση, το πιθανότερο είναι πως η σημασία  της φράσης είχε προτρεπτικό, πραγματικά βιωματικό χαρακτήρα, αποτελώντας σταθερή έκφραση στην αρχαία ελληνική ζωή, με σπουδαίο ρόλο και περιεχόμενο. Οι αρχαίοι Έλληνες, ως συνυφασμένος λαός με την ναυτιλία, χρησιμοποιούσε την φράση, ως επιτακτική ανάγκη της ΠΡΟΣ-ΕΛΕΥΣΙΣ των πλοίων, δηλώνοντας την δυνατότητα των ναυτικών να διέλθουν (ελευθε) με ασφάλεια στην στεριά (ρίον).

Η δεύτερη ετυμολογική προσέγγιση, θέλει την λέξη ελευθερία, να προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα «λευθ» και το πρόθεμα «ε-». Από την ίδια ετυμολογική ρίζα, παράγεται ο μέλλοντας του ελλειπτικού ρήματος «έρχομαι», με τον τύπο «ελεύσομαι», που έχει την σημασία του εισχωρώ ή ανεβαίνω. Κατά την ακολουθία αυτής της ερμηνείας, ελευθερία είναι η ανάπτυξη και η διείσδυση.

Σε κάθε περίπτωση, από την όποια ετυμολογία της λέξης, μέχρι το νόημα που την διέπει, στο διάβα των αιώνων, φαίνεται να υπάρχει διαφορά. Μια ενδελεχής μελέτη, είναι βέβαιο, πως θα βγάλει τους φιλολόγους «από τα ρούχα τους» και θα ανατρέψει ολόκληρες θεωρίες φιλοσόφων. Το συμπέρασμα είναι, πως η ελευθερία, δεν βολεύεται τελικά, ούτε μέσα στην ίδια την λέξη, που την προσδιορίζει-χαρακτηρίζει. Αυτό είναι Ελευθερία!


Προσωπικά εμένα, μια τέτοια ελευθερία με αφήνει αδιάφορο. Ένας βολεμένος ανθρωπάκος είμαι, με την δουλίτσα μου, τη θεσούλα μου, το αυτοκινητάκι μου, τους ανθρώπους μου, με κάτι λίγα λεφτουδάκια στην άκρη, που τα κουτσοκαταφέρνω στην ζωή μου, όχι όμως και στην Ζωή. Δε βαριέσαι … να περνάει ο καιρός! Αν σε αυτό το στέρεο έδαφος, μου έρθει ο κύριος φιλόλογος με τον κύριο φιλόσοφο και μου ρίξουν στο δρόμο μου μία «ελευθερία», που δεν βολεύεται, τότε μου χαλάνε την δική μου βολή, η οποία πάει κατ’ ανέμου! Οπότε τρίβω τα χεράκια μου και κάθομαι ήσυχα -ήσυχα χωρίς ταραχές!

Αυτό συμβαίνει στο μέσα μου. Αν με ρωτήσεις όμως φίλε, εσύ που διαβάζεις τούτες τις γραμμές, τι είναι ελευθερία, σιγά να μη σου πω την δική μου αλήθεια! Θα σου πω ακριβώς, ό,τι προβλέπεται για την περίσταση: Ελευθερία, είναι το αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου να πράττει και να ενεργεί κατά βούληση, στα πλαίσια της δράσης και της ενέργειας της αυτοτέλειας του ανθρωπίνου όντος…μπλά…μπλά…μπλά... κ.τ.λ….κ.τ.λ….

Στο πεζοδρόμιο περνά μια όμορφη δεσποινίς, με το σκυλάκι της. Ακούει το μπλά…μπλά…μπλά... και λέει στο ζωντανό: «Ακούς Jack ο κύριος είναι ελεύθερος!», και φυσικά ο Jack που διαφωνεί, με την ελευθερία που εγώ ορίζω τον εαυτό μου, είναι έτοιμος να μου χιμήξει, με την σκέψη ότι, έχει λουρί στο λαιμό του.

Το κορίτσι προσπερνάει με βήμα σταθερό και ‘γω σκέπτομαι: Ποιά είναι άραγε αυτή η όμορφη δεσποινίς, που θαρρώ πως το όνομά της αρχίζει από -Ε-; Τι ράτσα είναι άραγε ο  Jack; Και τέλος πώς και εγώ δεν τους γνωρίζω, αφού σε μια γειτονιά είμαστε; Η απάντηση έρχεται μόνη της: Δεν τους γνωρίζω γιατί είμαι ελεύθερος στο να κάνω ό,τι θέλω!

Ελευθερία είναι η δυνατότητα του ανθρώπου, να επιλέγει με αξιοπρέπεια, δεσμεύσεις για τον εαυτό του. Πραγματικά ελεύθερος είναι ο άνθρωπος, που μπορεί να θέσει τα όρια του εαυτού του, με επίγνωση πως δημιουργεί το περίγραμμα της ύπαρξης του, με στόχο η ύπαρξη να καταστεί Ύπαρξη.

Ο άνθρωπος του καιρού μας, έχασε το όριο. Οι μαθηματικοί αναλύουν πλαγίως το υπαρξιακό ερώτημα του ανθρώπου και τα λένε πιο καλά από τους φιλοσόφους. Στα Μαθηματικά –και συγχωρήστε με, γιατί εγώ μαθηματικός δεν είμαι – ως όριο νοείται η διαρκής προσέγγιση ενός σημείου, ή διαφορετικά, η διαρκής μείωση μίας απόστασης, χωρίς ποτέ όμως αυτή να μηδενίζεται. Η έννοια του ορίου, χρησιμοποιείται για να περιγραφεί η συμπεριφορά μιας συνάρτησης, καθώς το όρισμά της, πλησιάζει κάποιο σημείο ή καθώς μεγαλώνει ή μικραίνει απεριόριστα. Στην έννοια του ορίου συνάρτησης, εμπεριέχεται και η έννοια του ορίου ακολουθίας, όπου το όριο χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε τη συμπεριφορά της ακολουθίας καθώς ο δείκτης αυξάνει απεριόριστα!!!!!!!

Εάν ο άνθρωπος, θέσει ως Όριο την Ύπαρξη του, είναι φυσική πορεία η μετάβαση στο όριο  ακολουθίας, με εξέλιξη στο όριο συνάρτησης, που οδηγεί την ύπαρξη στον Αυστηρό Ορισμό, για να καταλήξει στο όριο της συνάρτησης του Απείρου.

Των θεωρητικών γραμμάτων (και όχι επιστημών), είμαι ΄γω και δυσκολεύτηκα να μελετήσω μαθηματικά . Διαπιστώνω όμως, πως η λογική που τα διέπει είναι πιο Ελεύθερη από τις Θεωρίες. Είδα πάλι στην Φιλοσοφία, την Μαθηματική Λογική και κατέληξα στο ίδιο συμπέρασμα. Ελευθερία χωρίς όριο είναι ελευθερία που στερείται το Άπειρον και άρα είναι ψευδής. (όπερ άτοπον!)

Ο ανιψιός  μου έρχεται και τρίβεται γύρω γύρω από το γραφείο κάνοντας την σχετική φασαρία και επιδιώκοντας πλαγίως να παίξει με το θείο. Τον κοιτάζω και του λέω ασυναίσθητα : «Κάνε παραπέρα παιδάκι μου!».

Βάζω τα γέλια γιατί αθέλητα ταυτίζομαι με την λογική της μάνας μου. Τελικά στην Ελευθερία ΜΟΝΟ εκπαιδεύεσαι και είναι ΑΔΥΝΑΤΟΝ να εκπαιδεύσεις. Ρίχνω στον εαυτό μου το σχετικό «φάσκελο», για το χρόνο που δαπάνησα με τα Μαθηματικά και την Φιλοσοφία και φωνάζω στην μάνα μου:  «Ρε μάνα! Είσαι ελεύθερη;». Η απάντηση που παίρνω είναι «ως φωνή υδάτων πολλών», απάντηση απόλυτης Ελευθερίας:  «Ναι παιδί μου! Αφού μπορώ και δέχομαι να σε ανέχομαι!». Η μάνα γελάει και γω παγώνω. Η γυναίκα έχει θέσει το όριο της Ελευθερίας της στο Άπειρο!!!

Έχει δεσμεύσει τον εαυτό της στο να είναι μόνο Ελεύθερη! …. Και φαντάσου…..δεν διάβασε ποτέ Μαθηματικά!…

Β.Α. Γκρίλλας

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Θάνατος

Με απόλυτη βεβαιότητα, το ουσιαστικότερο, το βαθύτερο και επί αιώνες ανερμήνευτο ερώτημα του ανθρώπου, είναι το σχετιζόμενο με το θάνατο. Σε όλη την πορεία της ζωής ο θάνατος αποδεικνύεται, ως το δεδομένο που λειτουργεί συνθετικά και αντιθετικά, κατορθώνοντας την γέννηση ισχυρών προβληματισμών στην ανθρώπινη φύση. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, παρατηρείται το πρώτο παράδοξο του θανάτου. Ενώ δηλαδή, ο θάνατος αποτελεί την λήξη του γεγενημένου,ο ίδιος κατορθώνει και να γεννά. Εφόσον υπάρχει αυτή η αφετηριακή βάση στον ανθρώπινο συλλογισμό,  κρίνεται ερώτημα ουσίας, το αν ο θάνατος μπορεί να λειτουργεί στην ύπαρξη παραγωγικά, γεννώντας στην ιδία την σύστασή του. Ο ορθότερος ίσως, τρόπος προσέγγισης του θανάτου, απαιτεί την απαλλαγή της παρουσίας του από την ανθρώπινη ύπαρξη -τουλάχιστον αρχικά- και την αναγωγή του στο πεδίο της ανθρώπινης φύσης. Τούτο, διότι ο θάνατος δεν αποτελεί δεδομένο της αποκλειστικότητας του ανθρώπου. Μια τέτοια θεώρηση, θα παρέδιδε πλασματική εικόνα συμπερασμάτων. Αντίθετα, η αναγωγή στο πεδίο της ανθρώπινης φύσης, αποκαθιστά την αξιοπρέπεια, ενός πραγματικά υγιούς στοχασμού, καθόσον παρουσιάζει το θάνατο, ως δεδομένο που αφορά οτιδήποτε σχετίζετε προς το περικλείον  και περικλειόμενο του ανθρώπου περιβάλλοντος. Ο θάνατος, ως υπαρκτικό στοιχείο, δεν σχετίζεται μόνο με την ανθρώπινη ύπαρξη και σαφώς δεν αφορά μόνο την ανθρώπινη οντότητα. Όλο το φάσμα της φύσης του ανθρώπου, βιώνει εν καιρώ το θάνατο του. Σε αυτή την λογική εκμηδενίζεται το εγωιστικό κέντρο του στοχασμού.

Κάθε φιλοσοφική, θρησκευτική, ανθρωπολογική η άλλη θεώρηση, ουσιαστικά θέτει ως στόχο την υπέρβαση του θανάτου. Ο ανθρώπινος τρόπος σκέψης, επιχειρεί να δώσει κάθε δυνατή προέκταση, για να ξεπεράσει το κέντρο ή το κεντρί του θανάτου. Χιλιάδες περιγραφές θα μπορούσαν να καταγραφούν και άπειρες θεωρίες έχουν την δυνατότητα να παρουσιαστούν. Ωστόσο, το γεγονός –ή γιατί όχι, το συμβάν- του θανάτου παραμένει απροσδιόριστο. Σε αυτή την προοπτική μεταξύ γεγονότος και συμβάντος ενδέχεται να ξεσπάσει πόλεμος θεωριών. Στην γενική αντίληψη ο θάνατος είναι γεγονός. Σε ελάχιστα «σαλεμένα μυαλά» , ο θάνατος είναι συμβάν. Η διαφορά γεγονότος και συμβάντος είναι καθοριστική. Στο γεγονός, λανθάνει πάντα η επικινδυνότητα της στατικότητας. Στο συμβάν, εμπεριέχεται η δύναμη της ενεργητικής διάθεσης. Όσες θεωρίες καθιστούν το θάνατο ως συμβάν, έχουν και προτάσεις υπέρβασης. Αντίθετα, όσες θεωρούν γεγονός τον θάνατο, αδυνατούν να απαλλάξουν την ανθρώπινη φύση απ’ αυτό, που τόσο ισχυρά επιχειρούν να μελετήσουν. Το γεγονός έχει βιωθεί και δεν ανατρέπεται. Το συμβάν βιώνεται και άρα μπορεί ο άνθρωπος να καθορίσει την εξέλιξη του. Είναι παράδοξη η θέση -σίγουρα είναι «παράδοξη» η θέση- πώς ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα του καθορισμού της εξέλιξης του, εντός του θανάτου. Ωστόσο, όταν στον θάνατο μιλούμε για εξέλιξη, ουσιαστικά νοηματοδοτούμε την λογική, την ορθή και την ουσιώδη του διαχείριση. Τίποτε παραπάνω, από την ορθή βιωματική σχέση με αυτόν, υπό την λογική ότι ο άνθρωπος , ό,τι βιώνει αυτό και δύναται να το υπερβεί.

Ο θάνατος τρομάζει τη ζωή, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να τον αντιμετωπίσει, είτε κατ’ αντίθεσιν της ζωής, είτε ως λήξη της ζωής, είτε ως σύνθεση της ζωής. Ο άνθρωπος ο ζωντανός, έχει δίκαιο να φοβάται την διακοπή της ζωντάνιας του. Αντίθετα ο άνθρωπος της ύπαρξης δεν φοβάται το συμβάν του θανάτου, γνωρίζοντας πως και αν ακόμα ο θάνατος σταματά την ζωή αδυνατεί να πάψει την Ύπαρξη. Ο Θάνατος είναι αν-Ύπαρκτος. Στερείται δηλαδή οντολογικής παρουσίας, διότι δεν έχει μέσα του ίχνος ψήγματος Ζωής. Αυτό είναι και το συγκριτικό πλεονέκτημα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι ύπαρξη ή ορθότερα ο άνθρωπος που έχει καταστεί Ύπαρξη, γνωρίζει και βιώνει την αλήθεια πως ο Βίος δεν σχετίζεται με την ζωή! Άλλο πράγμα το «βιώνω» και άλλο το «ζω»! Όταν ζεις ο θάνατος δεν υπάρχει. Όταν βιώνεις, τότε στην ύπαρξή σου εμπεριέχεται και ο θάνατος. Γεννιέσαι μαζί με το θάνατο. Πορεύεσαι μαζί με τον θάνατο. Όταν ζεις ο θάνατος στέκεται πάντα απέναντι. Είναι η αντίθεση της γέννησης σου. Γεννιέσαι και είναι αντίκρυ σου. Γεννιέσαι αντικρίζοντας την αντίθεση, σε ένα κόσμο που σου ζητά διαρκώς να συνθέσεις. Βιώνω τον θάνατο μου, σημαίνει πως ζω το δράμα του κοντυλοφόρου που γράφει αυτές τις γραμμές χάνοντας την μελάνη του από την γραφίδα. Παράλληλα θαυμάζω, βιώνοντας το, πώς ο θάνατος του κονδυλοφόρου γεννά καρπερή σκέψη, δίνοντας τη ζωή στο νεκρό κομμάτι χαρτιού που ζωοποιείται από το θάνατο της μελάνης. Αυτό σημαίνει βιώνω με τον θάνατο. Αντίθετα ζω το θάνατο μου σημαίνει, πως τα αδίστακτα λόγια του χαρτιού, δεν μπορούν να σαλέψουν το κέντρο του μυαλού μου αφήνοντας την μελάνη μόνιμα νεκρή πάνω στην λευκή σελίδα.

Το ουσιαστικότερο λάθος που εντοπίζει η ανθρώπινη σκέψη, σε όλες τις προσπάθειες ερμηνείας του θανάτου, είναι ο συσχετισμός του και η εξάρτηση του από το χρόνο. Ο θάνατος σαφώς συμβαίνει εν χρόνω στην ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο, το δεδομένο ότι επέρχεται σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, δεν δεσμεύει επ’ ουδενί το θάνατο στην χρονικότητα. Ο χρόνος αφορά τον άνθρωπο και όχι το θάνατο. Με δεδομένο αυτό, είναι παραλογισμός ο προσδιορισμός του μικρού ή μεγάλου, του νέου ή γέρου, του ακμαίου ή ασθενή ενώπιον του θανάτου. Ο θάνατος χρονικά είναι ανύπαρκτος, διότι αν προσδοθεί σε αυτόν χρονική υπαρξιακή διάσταση, τότε παραμένει ανερμήνευτη η γέννηση της ζωής. Επιπρόσθετα θα μπορούσε ο άνθρωπος να προσδιορίσει την χρονική συνάντηση του με τον θάνατο, κάτι που δεν το καταφέρνουν μήτε οι αυτόχειρες. Η ζωή γεννάται εν χρόνω και κλείνει εν χρόνω. Ο θάνατος δεν κρατά ημερολόγιο, γι’ αυτό και δεν μπορεί να προσδιορίσει ούτε την ζωή στην αφετηρία της, ούτε και την λήξη της στο σύνολο της. Τούτος είναι και ο λόγος που ο καθένας πεθαίνει μόνος, ταλαιπωρώντας το θάνατο, ο οποίος δεν μπορεί να μας κερδίσει όλους στην αυτή στιγμή. Αυτό κατ’ ουσίαν σημαίνει πως ο θάνατος σε αυτόν που βιώνει ως Ύπαρξη, αποτελεί απλά μια διαχειρίσιμη στιγμή, και όχι τροχοπέδη που εξαρτά την ύπαρξη από τον όποιας λογής τάφο.

Η ζωή θέλει πάντα το χώρο της, τη Γή, τον Ήλιο, το Νερό, τα στοιχεία του κόσμου. Κατ΄ αντίθεσιν ο θάνατος δεν θέλει τίποτα. Το ερώτημα που προκύπτει είναι, πώς ο θάνατος δεν έχει απαιτήσεις; Δεν έχει απαιτήσεις,  διότι είναι ανυπαρξία κατάστασης ζωής ή δεν θέλει τίποτα διότι τα έχει όλα συνυφασμένα εντός της ζωής που κινείται; Στο ερώτημα αυτό δεν στάθηκε ποτέ κανένας. Ενδεχομένως αν κάποιοι στέκονται σε αυτό το συλλογισμό να σιωπούν, από διακριτικότητα, για να μην αναγκάσουν τους συνανθρώπους τους, να τους οδηγήσουν σε ψυχιατρική μονάδα κλειστού τύπου, ως αποτελούντες την ουσιωδέστερη αντίθεση της κατά κόσμον κρατούσας λογικής. Τώρα, πόση λογική μπορεί να έχει η ακροβασία στην ζωή και στο θάνατο ή στην σύνθεση βιώματος και ύπαρξης, είναι μεγάλο θέμα που δεν δύναται να αναλυθεί σε ελάχιστες γραμμές. Σε κάθε περίπτωση τίθεται ως πρόχειρο και ανεπιχειρηματολόγητο συμπέρασμα η άποψη, ότι ο θάνατος δεν θέλει τίποτε, γιατί έχει ένα στοιχείο που δεν υπάρχει στην ζωή. Ο θάνατος είναι αυτάρκης!

Αποτελεί την μοναδική βεβαιότητα, είναι το μόνο αναντικατάστατο και το απολύτως προσωπικό στοιχείο στον άνθρωπο ο θάνατος του! Καμία άλλη προοπτική στην ζωή μας δεν έχει στον απόλυτο βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά εκτός από την προοπτική του θανάτου. Η μοναδική βεβαιότητα, συνίσταται στην σιγουριά της ύπαρξης ή έστω πιο ανάλαφρα της ζωής, πώς θα πρέπει κάποια στιγμή να αγκαλιάσει το θάνατο. Η αναντικατάστατη παρουσία αυτού του δεδομένου, δεν επιτρέπει καμία εκπροσώπηση του τύπου: «Δεν μπορώ να παραβρεθώ, σε παρακαλώ βίωσε αντί για μένα το θάνατο μου.» Αυτό ακριβώς, καθορίζει την απολυτότητα του προσωπικού χαρακτήρα του θανάτου. Θανατούμαι ή θανατώνομαι Εγώ προσωπικώς για τον εαυτό μου! Αυτή είναι η ορθή σχέση του Εγώ με τον θάνατο. Με αυτά τα χαρακτηριστικά στοιχεία είναι αδιανόητο στον ανθρώπινο στοχασμό να συλλάβει το Θάνατο, ως κάτι το απρόσωπο. Το ερώτημα που τίθεται, είναι για το αν έχει ο θάνατος πρόσωπο και αν έχει πρόσωπο τότε έχει και ύπαρξη, και αν έχει ύπαρξη τότε έχει και οντότητα κ.τ.λ.. Μια απλή άποψη, θα μπορούσε να ισχυριστεί πως πολλά στοιχεία στην ζωή του ανθρώπου δεν έχουν μήτε πρόσωπο, μήτε ύπαρξη μήτε οντότητα, και όμως στην αντίληψη και μόνο του ανθρώπου είναι σαν να έχουν. Για παράδειγμα η Ελευθερία, αποτελεί βιωματική κατάσταση, δεν έχει πρόσωπο, οντότητα και ύπαρξη, αλλά άπαντες την αποδέχονται μετά χαράς, έτσι ασχημάτιστη, βιώνοντας την ενέργεια των συνεπειών που προσφέρει. Μάλιστα στην αντίληψη  καθίσταται προσωποποιημένη ισχυρά, αν και δεν πληρεί καμία υπαρξιακή προϋπόθεση. Εν προκειμένω, αυτό που επιχειρείται να προβληθεί, είναι ότι πολλά στοιχεία που αφορούν την ανθρώπινη φύση ή ύπαρξη δεν είναι απαραίτητο να χαρακτηρίζονται με ταυτότητα. Γιατί άραγε ο Θάνατος θανατώνεται τόσο άκαρδα από τον άνθρωπο,  μόνο και μόνο γιατί στερείται υπαρκτικών γνωρισμάτων; Ίσως εδώ ο άνθρωπος είναι πιο θανατηφόρος από τον ίδιο τον Θάνατο!

Η μοναδική θεώρηση μου μάχεται σθεναρά το θάνατο, όσο καμία άλλη, είναι η Ορθόδοξη. Αν απαλλάξουμε το στοχασμό μας, από τα όρια της όποιας θρησκευτικότητας, θα δούμε πώς η προοπτική της όποιας Ανάστασης ή ανάστασης, στοχεύει στην κατάλυση του θανάτου. Και όμως, αυτό που δίνει το γοητευτικότερο προβάδισμα στην ορθόδοξη θεώρηση, σε σχέση προς κάθε άλλη, είναι πως αντιμάχεται το συμβάν του θανάτου, με μία μοναδική αξιοπρέπεια, που επιτρέπει ακόμα και το θάνατο του Θεού της. Μια μοναδική αξιοπρέπεια που προκαλεί απόλυτη αποδοχή του θανάτου, προτείνοντας μια υπέρβαση εκλογικευμένη και πρακτικά αντιμετωπίσιμη. Η φιλοσοφική διάσταση αυτού του τολμήματος –απαλλαγμένη από κάθε θρησκευτική ή θεολογική προοπτική- παραδίδει την αξιοπρεπέστερη βίωση του θανάτου. Αυτή ακριβώς η θεώρηση, αποδίδει το συσχετισμό θανάτου και βιώματος, ενώ παράλληλα χαρακτηρίζει τον βιωματικό χαρακτήρα της πρακτικής του φαινομένου του θανάτου. Πρέπει να γίνει σαφές, ότι η αναφορά σε ένα θρησκευτικό τρόπο στοχασμού, δεν αποσκοπεί στην κατάδειξη μιάς αλάνθαστης θεολογικής ή θρησκευτικής λογικής. Το επιδιωκόμενο στην περίπτωση αυτή, είναι η αλήθεια της φιλοσοφικής θεώρησης του θανάτου, η οποία συνθετικά έχει το δικαίωμα να προσεγγίζει με απόλυτη ελευθερία κάθε χώρο στην προσπάθεια, είτε σύνθεσης, είτε ανάλυσης, της διαρκώς επιχειρούμενης σοφίας.

Ο θάνατος φοβίζει κατά κοινή συνισταμένη τον άνθρωπο. Λάθος! Ο άνθρωπος, που ξέρει να διαπραγματεύεται μια ολόκληρη ζωή, βιώνοντας την ύπαρξη του, δεν μπορεί να φοβάται. Για την ακρίβεια, αδυνατεί να φοβάται. Δεν θα ήταν άσκοπη η τοποθέτηση, ότι ο άνθρωπος φοβάται, όχι εξαιτίας του προσωπικού του θανάτου που επέρχεται, αλλά διότι αδυνατεί να διαχειριστεί το θάνατο των άλλων που βιώνει. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να φοβάται κάτι για το οποίο ο ίδιος δεν έχει εμπειρία και γνώση. Αυτό λοιπόν που τρέμει είναι η εμπειρία του άλλου που ζεί στο θάνατο. Εκ των πραγμάτων λοιπόν, είναι πλασματικός ένας χαρακτηριζόμενος προσωπικός φόβος θανάτου. Ο τρόμος του θανάτου, είναι εμπειρία που μας την μεταγγίζει ο άνθρωπος που πεθαίνει και όχι ο ζωντανός. Ο πόνος ενός αποχωρισμού, η έκπληξη μιάς τελεσίδικης απομάκρυνσης, η προοπτική μιάς μη προοπτικής, μας εκθέτει τόσο την συμπεριφορά όσο και την λειτουργία. Αποτέλεσμα είναι να μην μπορούμε να αποδεχθούμε, ότι στερούμαστε πρόσωπα, λόγια, συναισθήματα, κοινές εμπειρίες. Ενδόμυχα λανθάνει έντονος εκνευρισμός, διότι αυτός που μετέχει του θανάτου, βιώνει μια εμπειρία από την οποία μας εξαιρεί, στην οποία μας «απαγορεύει» να μετέχουμε! Και αυτό ο εγωισμός μας δεν το αντέχει. Στο θάνατο, πολλές φορές, οι αντιδράσεις αποδεικνύουν, ότι ο πόνος είναι περισσότερο προϊόν της προδοσίας του δικού μας εγωιστικού «θέλω», παρά αυτού καθ’ αυτού του δεδομένου, πως κάποια ύπαρξη διαφοροποιείται στον άξονα της πορείας του βίου της. Αντιδρούμε γιατί χάσαμε, γιατί στερούμαστε, γιατί αδυνατούμε, γιατί κάτι μας λείπει. Ποτέ όμως δεν μας προκάλεσε πόνο ή ανησυχία, η αβεβαιότητα που βιώνει αυτός που επιλέγεται ή επιλέγει το θάνατο.

Ο θάνατός, ή επειδή βαίνουμε σε συμπέρασμα, ο Θάνατος, δεν είναι το τραγικότερο πράγμα στην ζωή του ανθρώπου. Τραγικοί είναι οι μικροί θάνατοι που σπάνια αντιλαμβανόμαστε. Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει. Ο άνθρωπος πορεύεται στην διαφοροποίηση του, και πορεύεται με την σταθερότητα της ολοκλήρωσης, η οποία εμπεριέχει και την εμπειρία του θανάτου. Ευτυχείς και πλήρεις, όσοι κατορθώνουν να ολοκληρώσουν την Ύπαρξή τους στο βαθμό που θα τους επιτρέψει, να απολαύσουν την βιωματική εμπειρία του θανάτου, μεταβαίνοντας στο Επέκεινα, με την ασφάλεια, ότι έζησαν κάθε στιγμή Ζωής, ζωοποιώντας ακόμα και την παγωμένη ανάσα της Μετάβασης.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Καταλαγή (Απόσπασμα από ανέκδοτο έργο)

  Κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον εαυτό του, είναι άκαρπη, αν και εφόσον δεν κινείται στην πορεία της καταλαγής με την ύπαρξή του. Η αποτυχημένη προσπάθεια, έχει ως κέντρο, την μη αναγνώριση της εσωτερικής ειρήνης του προσώπου με το ίδιο του το είναι.  Ακούγεται ενδεχομένως ποιητικό και σίγουρα υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων, για να τοποθετηθούν σε τούτη την θέση. Η πρώτη, έχει την δυνατότητα να αιτιολογήσει το ουτοπικό περιεχόμενο της καταλαγής, προσδίδοντας χαρακτηριστικά στοιχεία ενός άκρατου ρομαντισμού στους υποστηρικτές της. Η δεύτερη κατηγορία, υπό την λογική, πως τέτοιες απόψεις απέχουν από το ρεαλισμό της σύγχρονης πραγματικότητας, έχει την δυνατότητα να υποστηρίξει, πως η καταλαγή εδράζεται σε υπερρεαλιστικά στοιχεία, μιάς ανέφικτης βάσης. Σε κάθε μια από τις παραπάνω θέσεις, παράγεται έντονο ενδιαφέρον στοχασμού, υπό την σκέψη, πως είναι κίνητρα για την πορεία του ανθρώπου στην οντολογική του καταξίωση.

            Ο άνθρωπος, βρίσκεται συχνά στην θέση, να αισθάνεται άβολα με τον ίδιο του τον εαυτό. Ως όν, στην καθ’ ημέραν πρακτική του, δεν χάνει την ευκαιρία, να δυσανασχετεί για τις ίδιες του τις επιλογές, πολλές από τις οποίες υλοποιεί, κατόπιν υποτιθέμενα ώριμης σκέψης και μέσα από λογικές διαδικασίες. Έτσι συχνά παρατηρούμε στον άνθρωπο  ασυμφωνία μεταξύ λογικής και πρακτικής. Πρακτικότερα, αντιμετωπίζουμε έναν άνθρωπο, ο οποίος μετανιώνει τόσο γι’ αυτά που πράττει, όσο και γι’ αυτά τα οποία αποφάσισε να μην πράξει. Μια ενδελεχής μελέτη στα φαινόμενα αυτά, παρουσιάζεται αποκαρδιωτική, καθόσον μας παραδίδει την εικόνα ενός σφραγισμένου ανθρωπίνου φαινομένου, που πηγάζει από την διαρκή σύγκρουση της εσωτερικότητας και της εσωτερικότητας των ενεργειών της αυτής ύπαρξης. Στην ουσία του πράγματος αντικρίζουμε έναν άνθρωπο που πάσχει, ευρισκόμενος σε εμπόλεμη κατάσταση με την ίδια την ύπαρξη του.

            Παρατηρώντας και μελετώντας την σύνθεση της ανθρώπινης ζωής, βρισκόμαστε πολλές φορές, στην δυσάρεστη θέση να αντικρίσουμε έναν άνθρωπο, που με σταθερά βήματα απομακρύνεται από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που δεν «βολεύεται», όχι από την διάθεση της φιλοσοφικής ή της όποιας άλλης αναζήτησης, αλλά από την ελλειμματικότητα πλήρωσης και προσδιορισμού της ύπαρξης του. Η ουσία του όλου προβλήματος, που γεννά και το πλήθος των μεγάλων και τρανών ερωτημάτων, είναι πώς ο άνθρωπος δεν απομακρύνεται μόνο από τον εαυτό του, αλλά αποστασιοποιείται –πολύ χειρότερο- από αυτήν καθ΄ αυτήν την ύπαρξη του. Βλέπουμε έναν άνθρωπο, που βρίσκεται, υπό το ζυγό της άγνοιας και συμβιβάζεται συνθηκολογώντας με το πάθος να παραμένει απροσδιόριστος μέσα του σε διάσταση και διάρκεια παρελθοντική, παροντική και μελλοντική. Ο άνθρωπος έτσι, γεννά έχθρα προς τον εαυτό του, ταυτίζοντας λανθασμένα την ολοκλήρωση του με το «εγώ», μέσα από την ηθελημένη λησμονιά, πως το «εγώ» απροσδιόριστο αποτελεί την χαριστική βολή στο θάνατο της Ύπαρξης και του Προσώπου του ίδιου του Είναι.

            Η καταλαγή, επιχειρεί να φέρει στον άνθρωπο την ισορροπία, που θα τον οδηγήσει να οσφρανθεί την ανάγκη να ειρηνεύσει μέσα του και να αυτοπροσδιορίσει όλα εκείνα τα στοιχεία, που θα καταλήξουν στον προσδιορισμό της Ύπαρξής του. Σαφώς και η διαδικασία αυτή, δεν μπορεί να επιφέρει απάντηση στο εσωτερικό, βαθύ και κάποτε ανερμήνευτο πρόβλημα του υπαρξιακού ερωτήματος. Ωστόσο, παρέχει την δυνατότητα στον ειρηνευμένο και γαληνεμένο εαυτό της κάθε ανθρώπινης οντότητας, να θέσει το θεμέλιο, για την διερεύνηση του υπαρξιακού ζητήματος. Ουσιαστικά η καταλαγή, παρέχει την δυνατότητα της ακαταίσχυντης ελπίδας, είτε να δώσει απαντήσεις στην ύπαρξη, είτε να παράσχει την απορία της γνώσης και της μη γνώσης της ύπαρξης. Ο άνθρωπος και στις δύο περιπτώσεις βρίσκεται στην θέση κατάφασης, είτε να προσδιορίσει το είναι του, είτε να αποδεχθεί την αδυναμία προσδιορισμού του. Το όφελος, που προκύπτει, είναι πολλαπλό και σχετίζεται με την απόκτηση της γνώσης, που φέρνει τον κάθε εαυτό, της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, στην κατάσταση της αναγνώρισης του Είναι. Δηλαδή, της οντολογικής πραγματικότητας που βιώνει το Εγώ.

            Το να αγαπά ο άνθρωπος τον ίδιο του τον εαυτό, απαλλαγμένος από την ενστικτώδη διάθεση και από την μικροοπτική της υπαρκτικής του παρουσίας είναι κατάκτηση. Η πράξη αυτή αποτελεί την ουσιωδέστερη παροχή ελπίδας για την πνευματική προκοπή του ανθρώπου. Δεν πρόκειται για μια έξαρση εγωιστικής υπερβολής, αλλά για την κατασταλαγμένη εικόνα, που σχηματίζει και αποδέχεται ο ίδιος ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Πρόκειται για την διόρθωση της προαίρεσης του ανθρώπινου «θέλω», που οδηγεί στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης. Στην διαδικασία αυτής της διόρθωσης, ο άνθρωπος αποκτά την δύναμη, να αποβάλλει   όλα τα περι-ουσιαστικά στοιχεία, ανιχνεύοντας αυτήν καθ΄αυτήν την Ουσία της οντολογικής του παρουσίας. Ο προσδιορισμός της οντολογικής παρουσίας του ανθρώπου, αποτελεί το ύψιστο δεδομένο πνευματικής ανύψωσης, που ζητά την ταύτιση του λόγου και της πράξης, την εναρμόνιση του έσω και του έξω της παρουσίας του, την συμφιλίωση με την θνητότητα, αλλά και με την αιωνιότητά του.

            Μεγάλη πράγματι δωρεά η διαγραφή κάθε υπαρξιακής αδημονίας και η παροχή αγαλλίασης του ανθρώπου με τον εαυτό του. Το βασικό όπλο σε αυτόν τον προσδιορισμό, είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να είναι πρόσωπο. Η άγνοια και η αγνωσία, αποτελούν τον αισχρότερο τοίχο, που μπορεί να ορθώσει ο άνθρωπος και να χωρίσει στα δύο τον εαυτό του. Η ένωση του ανθρώπου μέσα του, επιτυγχάνει την γνώση όχι μόνο της οντολογικής διάστασης του, αλλά και της οντικής και πυρηνικής αποδοχής του Εγώ του. Όταν ο άνθρωπος φθάσει σε αυτό το πραγματικό κατόρθωμα, αυτή η συμφιλίωση καταλήγει στην καταλαγή με τις άλλες ανθρώπινες υπάρξεις. Με λανθασμένες ερμηνείες, αλλά αναγνωρισμένα με πλούσιες επιχειρηματολογίες, πολλές θεωρίες ζητούν την αναγνώριση του Εγώ μέσα από το Εμείς. Δεν είναι κακή μια τέτοια θεώρηση του πράγματος. Το κακό που παράγεται – το οποίο δεν είναι εμφανές με μια πρώτη ματιά- είναι ότι μια τέτοια θεώρηση, οδηγεί στην εξάρτηση του Εγώ από την περιρρέουσα ανθρώπινη υπαρξιακή παρουσία. Αύθις στιγμής παράγεται εξάρτηση, αυτόματα καταλύεται κάθε έννοια καταλαγής.

            Η εσωτερική γαλήνη των λογισμών και των συλλογισμών του ανθρώπου, δεν μπορεί να επιτευχθεί με εξαρτήσεις. Το έδαφος πρέπει να παραμένει σταθερά ελεύθερο, διότι ανθρώπινη παρουσία που δεν εδρεύει την όποια αναζήτησή της, σε ελεύθερο έδαφος, δεν επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα της οντικής και οντολογικής κατανόησης αυτής καθ΄αυτής της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι φύσει ελεύθερος. Ακόμα και στην λειτουργία των πλέων ενστικτωδών ενεργειών και πράξεων, παραμένει ελεύθερος. Δεν αποτελεί υπερβολή η σκέψη, πως η δέσμευση του Εγώ στο έξω του Εγώ περιβάλλον, επιφέρει ρωγμές στην ακεραιότητα του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να λειτουργεί σωστά, ανάμεσα σε πόλους μαγνητικών πεδίων. Αν ενστερνιστεί κάποιος, μια τέτοια τοποθέτηση, πρέπει αναγκαστικά να αποδεχθεί το Εμείς, ως δεύτερο πόλο. Ωσαύτως, οφείλει να αποδεχθεί την ύπαρξη αντίθεσης. Το αν, η αντίθεση χαρακτηρίζεται θετική ή αρνητική, δεν έχει ουδόλως σημασία. Το ουσιώδες κρύβεται στο ό,τι, με δεδομένη την αντίθεση, ο άνθρωπος επιχειρεί την σύνθεσή του. Αυτό είναι σχιζοφρενικό και παράλογο.

Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να δεχθεί άκριτα αυτή την τοποθέτηση. Παρόλα αυτά, εκατοντάδες χρόνια επιχειρείται, ο προσδιορισμός του ανθρώπου με τέτοια σχήματα. Άλλοτε φιλοσοφικά, άλλοτε θρησκευτικά, και κάποιες φορές πολιτικά, δόθηκαν τρανές ερμηνείες που προσδιορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη στο ζεύγος της αντίθεσης του Εγώ και του ουκ-Εγώ, του Εγώ και του Εμείς. Στην προσπάθεια μελέτης αυτών των θεωριών οι επιλογές είναι δύο. Στην πρώτη παράγεται αποδοχή και δίνεται η δυνατότητα να ειπωθεί το μεγάλο «ναι» στην αντίθεση, με την ψευδαίσθηση του προσδιορισμού του Είναι της ανθρώπινης φύσης. Στην δεύτερη, γεννιέται η παντελής απόρριψη αυτής της προοπτικής υπό την λογική, πως δεν μπορεί ποτέ και για κανέναν λόγο, να αντληθεί σύνθεση από πηγές αντίθεσης.

Αξιολογώντας αυτές τις δυναμικές, που είναι πραγματικότητα στον όλο υπαρξιακό ανθρώπινο προβληματισμό, επικρατέστερη είναι η θεωρία της αντίθεσης. Ίσως, γιατί είναι πιο σμιλεμένη από το ανθρώπινο πνεύμα. Ενδεχομένως, διότι οι αντιθέσεις είναι προσφιλέστερες και ευκολότερες στην ζωή του ανθρώπου. Πιθανώς, διότι απεικονίζουν με ξεκάθαρη εικόνα την ανθρώπινη οντότητα. Η δεύτερη θεωρία, είναι  σχετικά παρθενική σε σύγκριση και σε αναφορά προς την αντίζηλό της. Ίσως, γιατί η σύνθεση απαιτεί ως δεδομένο την υπαρξιακή καταλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης. Ενδεχομένως, γιατί παρουσιάζει μεγαλύτερες απαιτήσεις στα δεδομένα και στα ζητούμενα που θέτει. Πιθανώς, γιατί δεν παράγει ποτέ εικόνα και παράσταση της ανθρώπινης οντότητας, μέχρι την πλήρη και ακριβή στιγμή της απόλυτης ολοκλήρωσής της.

Η σύνθεση της καταλαγής, εκμηδενίζει παντελώς κάθε εσωτερική σύγκρουση. Ο άνθρωπος της καταλαγής, δεν είναι απλώς φιλικός και ειρηνευμένος με την ύπαρξη και το περιβάλλον του. Ο άνθρωπος της καταλαγής, έχει προσδιορίσει το Εγώ του, έχει συνειδητοποιήσει την διάσταση του Είναι του, έχει αυτοπροσδιορίσει την Ύπαρξη του, έχει γνωρίσει την Φύση του.  Αυτός ο άνθρωπος, έχει πονέσει σε έναν μακρύ αγώνα πνεύματος συνειδητά και ασυνείδητα. Έχει ματώσει στην σφαγερή ματιά των συνανθρώπων. Έχει πληγές από τα ανελέητα ραπίσματα του κόσμου. Ωστόσο γνωρίζει…. Ο Γνώστης δεν φοβάται την πορεία. Και δεν φοβάται, γιατί είναι πλέον ο Άνθρωπος, που έχει χαλιναγωγήσει  το Άγνωστο.

Margate, 31/01/2011
Β.Α. Γκρίλλας