Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Αποκάλυψις εις Ήχον Πλάγιον

Πάντα με εκνεύριζαν οι άνθρωποι, που Αρνούνται να δουν τον Εαυτό τους. Θεωρώ ό,τι αρνούνται την Ύπαρξη τους. Τρέμουν στην ιδέα της απογύμνωσης, του κούφιου εγωισμού τους. Διαθέτουν την πλέον θαυμαστή ανασφάλεια και την στολίζουν πίσω από υπερμεγέθεις τίτλους, που δεν έχουν καμία Υπαρξιακή Ουσία. Αυτά τα Άτομα, δεν έχουν θέση δίπλα μου. Τα αρνήθηκα. Επέλεξα την οριστική υπαρκτική διαγραφή τους, από το δικό μου Είναι. Τα αρνήθηκα με πείσμα, πληρώνοντας ακριβά την απόρριψη τους. Τότε κατάλαβα πώς και ποιός, είμαι  Εγώ και ερμήνευσα το Μυστήριο της Ζωής, που μου δόθηκε. Έμαθα να Χαμογελώ στο Κενό μου και να Σιωπώ στην Πληρότητα μου, με Καθαρό και Καινό Τρόπο.
Σε αυτούς αφιερώνεται ο θυμός μου και τα παρακάτω…. αποσπάσματα από ένα πλήρες κείμενο που βρίσκεται στο συρτάρι. Η συνέχεια...
Όταν και αν φανεί η αντοχή να ξεπροβάλλει…. 
(Ξέρω ότι στην μορφή που δίνονται τα αποσπάσματα, είναι δύσκολη η ανάγνωση. Κάντε ένα πρώτο"κλικ" πάνω σε κάθε εικόνα για να απομονωθεί και στην συνέχεια πάνω της, ένα δεύτερο "κλικ" για να ανοίξει περισσότερο...Θα είναι πιο εύκολα τα πράγματα.)

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Φαρισαίος και Τελώνης


Ήταν όλοι εκεί υποτίθεται,
και όμως εγώ έλειπα.
Ήταν όλοι εκεί μιλώντας,
και όμως εγώ σιωπούσα.
Ήταν όλοι εκεί μαζί,
και εγώ απέμενα μόνος.
Ήταν όλοι εκεί γελώντας,
και εγώ μέσα μου δάκρυζα.
Ήταν όλοι εκεί,
και εγώ ζητούσα το πέρα.
Ήταν όλοι τόσο άχρηστοι,
και όμως επέμεναν για το αντίθετο.
Ήταν όλοι εκεί!
Και εγώ βάδιζα για την Συναγωγή:
«Σε ευχαριστώ Θεέ μου,
 που δεν τους μοιάζω,
και ας ξέρω,
πως το πληρώνω ακριβά!»

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Αναλισκομένου Βίου, οριστική εγκατάλειψη

«Καθ΄ ἑκάστην ἡμέραν ἀπαναλίσκεται ὁ βίος  
καὶ μέρος ἔλαττον αὐτοῦ καταλείπεται.»
Μάρκος Αυρήλιος

Στη ανθρώπινη αντίληψη, είναι βαθιά ριζωμένη η απόλυτη πεποίθηση, πως κάθε μέρα που χάνεται από τη ζωή, παίρνει μαζί της και ένα κομμάτι του εαυτού μας, διαγράφοντας δια παντός, ένα τμήμα του βίου μας. Δεν υπάρχει ανθρώπινο μυαλό, που να μην έχει αφιερώσει, έστω λίγα λεπτά, στην ανάλυση αυτής της σκέψης. Η ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί και αναγνωρίζει συνειδητά ή ασυνείδητα, το χρόνο που μένει πίσω, κρατώντας για πάντα και σταθερά την στιγμή, το συμβάν, το μικρό κομμάτι του εαυτού μας, που δεσμεύεται στην αμετάβλητη ακινησία του παρελθόντος.

Ο βίος, έτσι έχει στον άνθρωπο. Δεν αλλάζει αυτή η προοπτική της συνύφανσης με τη ζωή που χάνεται και της φθοράς που μετέχει. Μάλιστα, η ανθρώπινη συνείδηση, που τόσο καλά γνωρίζει την πράξη αυτή, την μετονόμασε σε εμπειρία, για να εκλεπτύνει κατά το δυνατόν, μια τόσο σκληρή πραγματικότητα. Κάθε τμήμα της ζωής που φεύγει, μετατρέπεται στο ανθρώπινο μυαλό, ως απόκτηση γνώσης, πείρας, σκέψης, πνεύματος. Στην βάση του, τούτο το πράγμα είναι σπουδαίο και εξαιρετικά αξιόλογο. Στην ουσία του όμως, αν δεν διαποτίζεται από το περιεχόμενο, της ουσιαστικής υπαρξιακής προοπτικής, αποδεικνύεται ψευδές στοιχείο ζωής, που καταφέρνει να προεκτείνει την «νεκρικότητα» του χρόνου που χάθηκε, στην στιγμή που το Υποκείμενο βιώνει.

Στην ανάλυσή του, το δεδομένο αυτό –και ας επιμένουμε στην ανάλυση contra στο ρεύμα του καιρού των συνθέσεων και των αντιθέσεων- καταδεικνύει σπουδαία πράγματα. Ο άνθρωπος ζει και κάθε στιγμή που θάβεται στο παρελθόν, του προσφέρει ένα πραγματικό βιωματικό υπαρξιακό τμήμα του Είναι του. Αν αυτή η «βιωματικότητα» παραμείνει ανενεργή, δεν υπάρχει κανένα όφελος. Αντίθετα στην κάθε νεκρή στιγμή προστίθεται ακόμα μία, μέχρι οριστικής εξαντλήσεως κάθε υπαρκτικού ή υπαρξιακού αποθέματος, ώσπου η ίδια η ύπαρξη να καταστεί ταυτόσημη με τον ίδιο το θάνατο. Υπάρχει όμως, και μια άλλη μερίδα ανθρώπων. Αυτή  που επεξεργάζεται παραγωγικά την κάθε στιγμή που περνά. Στην περίπτωση αυτή, παρουσιάζεται  η δυναμική της προοπτικής βελτίωσης του βίου και κυρίως της προσαύξησης μιάς ζωής, που οδεύει  προς μια ουσιώδη ολοκλήρωση. Η πορεία στην ουσιώδη ολοκλήρωση, νοηματοδοτείται, από την επεξεργασία της γνώσης, που καταδεικνύει τον άνθρωπο ως οντότητα ακροβατούσα, μεταξύ του «πεθαίνω» και του «ζω», ανάμεσα στο «βιώνω» και στο «θανατούμαι». Ο πορευόμενος άνθρωπος σε αυτή την διαδικασία, αξιοποιεί την κάθε ανάσα του εαυτού του, έχοντας σαφή αντίληψη πως μπορεί να είναι η τελευταία.

Αυτή η δυναμική της προοπτικής του ζω αυτό, που κινείται στο «τώρα» και στο «έπειτα», γνωρίζοντας με σαφήνεια αυτό που χάθηκε, δίνει στην ανθρώπινη ύπαρξη βιωματική αξία. Στην αξία αυτή, το Πρόσωπο έχει το θάρρος να ζει μια πραγματική Ζωή και να βιώνει έναν πραγματικό Βίο. Ζει το συναίσθημα, τον έρωτα, την ελευθερία, την δέσμευση, το τόλμημα, το κατόρθωμα, την ημέρα, το χρόνο… Ουσιαστικά ζει την κάθε στιγμή και την κάθε έκφανση της Ύπαρξής του.


Είναι για πραγματική λύπη, όσοι άνθρωποι δεν μπόρεσαν ή το χειρότερο δεν πρόλαβαν να πουν «σε θέλω», ή λέξεις όπως, «αγαπώ», «μισώ», «ζω», «λυπάμαι», «φύγε», «μείνε», «μπορώ», «βοήθεια», «τρέλα», «τρελά», ή ακόμα και φράσεις όπως, «είσαι σημαντικός», «σημαίνεις πολλά για μένα», «είμαι ελεύθερος», «μείνε μαζί μου», «με κάνεις να ονειρεύομαι», «με βοηθάς να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος» και άλλα τέτοια όμορφα πολλά. Το σημαινόμενο αυτής της θέσης είναι, πως ο αναλισκόμενος καθ’ ημέραν βίος, μετέχοντας στην οριστική εγκατάλειψη ενός τμήματος του εαυτού στο παρελθόν, πολλές φορές δεν προλαβαίνει να βιώσει, να ζήσει την επιθυμία του ανθρώπου, που οδηγεί στην ολοκλήρωση. Ως ολοκλήρωση νοείται η κάθε στιγμή, από το πιο απλό ως το πιο σύνθετο στοιχείο, που μπορεί να παρουσιάσει. Ο άνθρωπος στην παράλογη λογική του «άστο για αύριο»» ή  του «θα το δω αργότερα», χάνει την προοπτική της ολοκλήρωσής του στο Τώρα και κερδίζει μόνο την αβεβαιότητα ότι ενδεχομένως να μην υπάρξει ποτέ το Μετά.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο άδικο που μπορούμε να βρούμε στην ζωή, από έναν άνθρωπο που φεύγει απ΄ αυτήν, μη έχοντας προλάβει να κερδίσει μια επιθυμία, μια ματιά, μια σκέψη, ένα «κάτι» που του προσφέρθηκε και αρνήθηκε να το πάρει ή ένα «κάτι», που θα μπορούσε να προσφέρει και έχασε την ευκαιρία της δοτικότητας του. Καθένας γνωρίζει, τουλάχιστον μία περίπτωση, ανθρώπου που «δεν πρόλαβε». Το «τι» δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το ότι δεν πρόλαβε! Οι στιγμές αυτές του βίου είναι τραγικότερες, όταν αυτό το «δεν πρόλαβε», δεν εξαρτάται από το δικό σου εαυτό , αλλά από τον απέναντι. Τον απέναντι, που ίσως αύριο πάψει να υπάρχει. Μια τέτοια εμπειρία –που την απεύχομαι σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα- λέγεται Υπαρξιακή Απογύμνωση.

Η ανθρώπινη ύπαρξη ολοκληρώνεται στην βιωματικότητά της. Κανένας δεν καθίσταται Είναι, αν δε ζήσει στην Ουσία της, την Ζωή. Ακούγεται δύσκολο και ίσως ακατόρθωτο, όμως στην εφαρμογή του  δεν είναι. Η ακεραιότητα της τόλμης που ενυπάρχει στον άνθρωπο, μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο με την απλή διαδικασία της επιθυμίας. Γνώριμη οδός για πολλούς. Τότε ο άνθρωπος, δεν πεθαίνει στους Μικρούς Θανάτους της καθημερινότητας, των συγκυριών, των συνθηκών. Αντίθετα ζει στην ουσία του τον Βίο του και ο χρόνος που περνά, δεν κλέβει ένα θανατωμένο κομμάτι της ύπαρξης, αλλά κατοχυρώνει ένα νεκρό κομμάτι του Χρόνου. Ουσιαστικά, ο Χρόνος θάβει το χρόνο του και ο Άνθρωπος ζωοποιεί την εμπειρία.

Κάθομαι σκεπτικός και γράφω αυτές τις γραμμές, βασανίζοντας την λέξη μέσα μου. Ένα μήνυμα φτάνει στο τηλέφωνο μου και ο ήχος του με ξυπνά από την αγκαλιά του Συλλογισμού μου. Δεν βλέπω καν από που είναι και όμως ξέρω τον αποστολέα πριν αγγίξω τη συσκευή. Διαβάζω κάτι υπέροχο: «Όνειρα ήρεμα και όμορφα!». Κλείνω το τηλέφωνο και φέρνω στο μυαλό μου όλες τούτες τις σκέψεις που έχω καταγράψει πιο πάνω. Το μήνυμα με διέκοψε και ήθελα να γράψω και άλλα πολλά. Αποφασίζω να μην το κάνω. Μέσα μου μια δυνατή φωνή λέει: «Είσαι ευτυχής, που μπόρεσες και είπες αυτά που έχεις μέσα σου! Πρόλαβες!!!!!!!». Αφήνω το μολύβι μου, κλείνω τα χαρτιά μου, κλείνω το τηλέφωνο, μα πάνω απ’ όλα κλείνω μέσα μου την Προοπτική! Ακούω το Χρόνο να κλαίει, γιατί δεν κατόρθωσε να θάψει την Στιγμή μου, και βλέπω το Όνειρο να φτάνει στα μάτια μου! Ήρεμο και Όμορφο!... Απλά χαμογελάω…

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Ανατολές

Πάντα με μάγευαν οι Ανατολές,
πιότερο απ’ τη Δύση.
Και η ζωή μου κράταγε
περισσότερα  Δειλινά να ζήσω!

Σα να ΄ναι χθες που παιδί ακόμα,
σκαρφάλωνα κάθε πρωί,
στο παραθύρι του σπιτιού,
που βλέπει ίσια στην γέννηση του Ήλιου.

Με  τα πόδια απ’ έξω,
κρεμασμένα στο κενό,
να αιωρούνται ελεύθερα,
προσμένοντας τις ακτίνες,
που θα σφάξουν εκείνο,
το περίεργο γαλάζιο του Ουρανού.

Ποτέ δεν συλλογίστηκα το γέρμα του Ήλιου,
μήτε ποτέ με θάμπωσε το φωτεινό κατηφόρι του.
Πάντα καρφωμένος στην Ανατολή.
Πάντα μέσα μου να καρφώνεται μια Ανατολή.
Λογαριάζοντας το Όνειρο που είναι δεμένο,
με χρυσό σκοινί στο πίσω του Άρματος.

Kι ο Ήλιος πάντα αμίλητος,
στο αγουροξύπνημα του,
μόνο να γνέφει το κεφάλι του,
πότε στο Φώς και πότε στο Σκότος.
Πάντα με την έπαρση του Αρματοδρόμου.
Στο πέρασμα κάποια φορά,
άκουσα μόνο το Φαέθοντα να λέει πως,
όποιος λατρεύει την Ανατολή,
σέρνει βαριά την δέσμευση να ζει και όλη τη Δύση.

Κάθε που λέγεται χαμογελαστά,
ο νους του ανθρώπου δεν το λογίζει.
Έτσι με ξεγέλασε ο αρματηλάτης,
και γέλασα στον Ήλιο,
μα το χρησμό δεν άκουσα.

Και τώρα, τόσα χρόνια μετά,
το παράθυρο στέκει κλειστό,
και το παιδί έγινε άντρας,
μα τα πόδια έμειναν όπως τότε μετέωρα,
να σαλεύουν πέρα και δώθε,
μετρώντας τους τόνους
της μουσικής πανδαισίας του Φωτός,
σε κάθε ξύπνημα του Ήλιου.

Η Ζωή όπως πάντα σκορπάει παντού τις Δύσεις.
Ίσως, για να μη ξεφτίζει το όνειρο της Ανατολής.
Ίσως, για να αγγίζει η Αρχή το Τέλος.
Ίσως, γιατί τα χρώματα του Ουρανού είναι κοινά,
σαν τη μοίρα των ανθρώπων.

Ο Ήλιος μένει σταθερός στις συναντήσεις μας.
Οι  Ανατολές με μαγεύουν πάντα.
Οι  Δύσεις με τρομάζουν το ίδιο.
Το  Όνειρο παραμένει δεμένο στο άρμα.
Ο  Φαέθοντας είναι ακόμα αγέραστος.
Αλλά πλέον η κάθε Ανατολή,
είναι δεμένη με καλώδια,
και αυτό είναι πιο σφαγερό,
απ’ την ίδια τη Δύση.

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Φάρου Δοκίμιον

Εκκαθαρίζοντας μια σειρά αρχείων, κάπου βρέθηκε το παρακάτω απόσπασμα. Άγνωστο κείμενο, άγνωστης προέλευσης, άγνωστου χεριού. Γράφει:

«Σαν Φάρος είσαι αυτός που έδωσε το Φως σου στο καράβι της Ύπαρξης μου και μου έδειξε πάνω στα νερά του Εγώ μου τον Όγκο μου!Μου έδειξες το δρόμο μακριά από ξέρες και από Σειρήνες και Απολαύσεις.
Όσο και μακρύς να είναι, το Φώς μου δείχνει το που να φτάσω στο λιμάνι της Ύπαρξης της Ολοκλήρωσης! Μπορεί τα κύματα να με χτυπούν μα μου δείχνεις το δρόμο στο να έρθω. Γι’ αυτό πάντα θα σε νοιώθω Δάσκαλο, Οδηγό και Φίλο και θα σε αγαπώ! Όχι με λόγια, αλλά με καρδιά και πνεύμα.»

Σημαντικά λόγια αποτυπωμένα στην γραφή. Διαβάζοντας και αναλύοντας τόσο το περιεχόμενο, όσο και τις διαστάσεις των εννοιών, που κρύβονται πίσω από τις λέξεις είδα πως παρέχεται σημαντική δυνατότητα για γόνιμες σκέψεις. Το απόσπασμα παράγει την αναγνώριση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο πρώτος –που γράφει- αποδέκτης του Φωτός. Ο δεύτερος –στον οποίο μάλλον απευθύνεται το απόσπασμα- δότης του φωτός του.

Προσπάθησα να μελετήσω τον αποδέκτη του φωτός:

Ισχυρή προσωπικότητα, εφόσον βρίσκει το θάρρος να δηλώσει την πορεία της αυτοαναγνώρισης του. Ωστόσο δεν κρύβονται επαρκώς δύο ουσιαστικά σταθερά αρνητικά στοιχεία, που καταδεικνύουν μέσα από την ομορφιά του λόγου την ανθρώπινη ανασφάλεια. Η σύνθεση του «Εγώ» και του «όγκου», υποδηλώνει εγωιστικά κέντρα υπέρμετρης αντίληψης ατομικού εκτοπίσματος. Το παράδοξο είναι πως παρόλα αυτά, ο αποδέκτης -καθ’ ομολογίαν του- καταφέρνει να επιπλεύσει στα νερά της ζωής του. Το ζητούμενο είναι: Τι είδους  νερά μπορεί να είναι;

Σταθερός ο δρόμος, σταθερή η πορεία, σταθερή η ρότα. Δεξιά και αριστερά ξέρες, Σειρήνες και απολαύσεις. Η εικόνα πολύ γνώριμη και ο λόγος πολύ όμορφος για την προκύπτουσα σχετική αναγωγή: Tο ταξίδι του Οδυσσέα προς την Ιθάκη!
Ο Οδυσσέας -εκείνος ο αρχαίος, ο παλιός, που μένει αξεπέραστος- για να μη ρίξει σε ξέρα το καράβι, αλλά και για να απολαύσει τις Σειρήνες έκαμε δύο πράγματα: Το πρώτο έβαλε κερί στα αυτιά των συντρόφων, για να μην ακούν τα παραπλανητικά τραγούδια των Σειρήνων. Το δεύτερο, έβαλε να τον δέσουν στο κατάρτι, για να μη βρεθεί στην δυσάρεστη θέση να ξεπεράσει τον εαυτό του ενδίδοντας στα μαγικά άσματα. Δηλαδή, δέσμευσε την ελευθερία του για να παραμείνει Ελεύθερος! Υπέροχο πράγμα!
Το ζητούμενο που προκύπτει από το λόγο του αποσπάσματος είναι: Έθεσε ο αποδέκτης του φωτός τον εαυτό του ελεύθερα στα δεσμά του καταρτιού ή στάθηκε μετέωρος απάνω στο καράβι;

Μακρής ο δρόμος, αλλά φωτεινός και στο βάθος το λιμάνι. Και στο λιμάνι η Υπαρξιακή Ολοκλήρωση. Ωραίος ο δρόμος, ωραίο και το φώς, μα το λιμάνι θάνατος. Ό,τι παύει να κινείται δένεται και πεθαίνει. Δεν είναι όμως τραγικό το πράγμα. Σαν στέκεται σιμά στο θάνατο η Ολοκλήρωση, ο θάνατος δεν είναι υπολογίσιμος.  Σωστά λοιπόν σκέφτεται ο λόγος του αποδέκτη του φωτός. Το ζητούμενο που παραμένει αδιασαφήνιστο είναι το αν έφτασε στο λιμάνι. Και αν έφτασε σε ποια διαφορετικότητα εξελίχθητε, για να πάει χαλάλι το ταξίδι;

Γενναίο πράγμα να δηλώνεις πως κάποιος σου δείχνει το δρόμο. Ακόμα πιο γενναίο να το ομολογεί κάποιος, όντας βρεγμένος και χτυπημένος από τα κύματα. Η ουσία όμως βρίσκεται στην ψυχολογία του «να έρθω». Το ζητούμενο είναι ότι, για να φτάσεις στο «έρθω», δε σε βολεύει το «εκεί» που βρίσκεσαι. Στην σκέψη ο αποδέκτης του φωτός το κατάλαβε. Κατάφερε όμως «να έρθει» ή παρέμεινε για πάντα στην απόφαση χάνοντας την μαγεία της επιτυχίας από την Ολοκλήρωση;

Οι τελευταίες δύο γραμμές του αποσπάσματος είναι λεπίδες, γιατί ξεκινούν με λέξεις βαριές: «πάντα θα σε νοιώθω». Δεν ξέρω τι να πω. Είναι και εκείνη η πλάγια σκέψη που φωλιάζει στο κεφάλι και φτιάχνει την αντίθεση. Αυτή καταθέτω: Σαν ακούς «πάντα θα σε νοιώθω», να μεταφράζεις: «Ποτέ δεν σε κατάλαβα!».

Τώρα για τα υπόλοιπα του αποσπάσματος : «Δάσκαλος», «Οδηγός», «Αγαπώ», «Λόγια», «Καρδιά», «Πνεύμα», δεν μπορώ ακόμα να μιλήσω. Και επειδή το ανθρώπινο μυαλό πάντα ψάχνει το «γιατί», πρέπει να βρω και την δικαιολογία για να τεκμηριώσω το λόγο μου στο να μη μιλήσω. Βρίσκω λοιπόν πρόχειρα, την απάντηση που θα έδινε μια αυθόρμητη παιδική λαλιά: «Είμαι μικρός πολύ και δε με αφήνει η μαμά μου!». Έχω την αίσθηση πως πιο δυνατή δικαιολογία δεν υπάρχει.

Ξέρω όμως να μιλήσω για τον «φίλο». Λοιπόν φίλος είναι αυτός που ασχολείται μαζί σου ακόμα και όταν έχεις φύγει, με την σταθερή πεποίθηση ότι, είναι ελεύθερος για να το πράξει. Δηλαδή, φίλος είναι αυτός που σε αναλύει, όχι όταν είσαι δίπλα του μόνο, αλλά και όταν αρμενίζεις στο πέλαγος των επιλογών σου.

Προσπάθησα να μελετήσω και το Δότη του Φωτός.

Όσο και να παλέψεις το απόσπασμα δεν βρίσκεις πολλά πράγματα γι’ αυτόν. Μόνο χαρακτηρισμούς όπως:

«Φάρος». Όμορφο πράγμα ο φάρος. Σώζει ζωές καραβιών και ανθρώπων, μα έχει το ελάττωμα του, να ανάβει και να σβήνει. Οπότε, η αξία του εντοπίζεται στην χρονική στιγμή που θα πέσει το βλέμμα πάνω του. Αν έχει φώς όλα καλά. Αν έχει σκοτάδι, μαύρα τα πράγματα. Ευτυχώς όμως που υπάρχει αυτό το ζεύγος της αντίθεσης, διαφορετικά θα ήταν σα να ζητούσες από τα μάτια να απαγορεύσουν στα βλέφαρα να ανοιγοκλείνουν. Ευτυχώς που υπάρχουν σκοτάδια, για να είναι υπολογίσιμη   ακόμα και η ακτίνα. Ευτυχώς που οι φάροι στέκονται πάνω σε βράχους. Και στέκονται σταθερά και στο σκοτάδι και στο φώς.

«Φώς». Ναι, αλλά τί φώς; Αυτόφωτο ή ετερόφωτο; Αδιευκρίνιστο! Μάλλον, ο αποδέκτης του φωτός ποτέ δεν θέλησε να μάθει και μας έμεινε στο λόγο του λειψή, η εικόνα του φωτός.

«Οδοδείκτης». Σπουδαίο πράγμα ο οδοδείκτης. Δείχνει πάντα το δρόμο, την πορεία, το ταξίδι. Μα δείχνει και το όριο, δείχνει και το τέλος. Συνήθως τα πρώτα ενθουσιάζουν, μα σαν φανεί το όριο του δρόμου δεν είναι εύκολα ευχάριστος ο όποιος οδοδείκτης, γιατί έχουμε την λανθασμένη αίσθηση πως τάχα μας περιορίζει την ελευθερία.

Από το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει στο σπίτι μια μυρωδιά από νερό, γη και γιασεμί. Μπαίνω και ΄γω στον πειρασμό να βγω να δω το δείλι. Σκέπτομαι ποιός τελικά έγραψε το απόσπασμα και ποιός ήταν ο παραλήπτης. Από το πουθενά ακούω μια μουσική να λέει «είδα πως γίνεται απ΄ τα σκοτάδια φως». Γυρίζω χαμογελώντας στην ειρωνεία της στιγμής. Κάθομαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου μου και λογαριάζω τούτες τις σκέψεις μου. Και νοιώθω.. να δεις πως νοιώθω!

Νοιώθω σαν επίτιμος καλεσμένος σε γιορτή καθέλκυσης πλοίου!!! Τι κάνει αυτός ο καλεσμένος; Σπάει δυνατά στα πλευρά του καραβιού ένα μπουκάλι με ακριβό κρασί. Ο ίδιος λερώνεται από τα υπολείμματα των αφρών. Ο κόσμος χαίρεται και χειροκροτεί για τους αφρούς που βλέπει. Και το καράβι ανοίγεται στη θάλασσα με πολλές ευχές για καλά ταξίδια.

Είθε ποτέ να μη σβήσουν οι Φάροι!    


Το «Για πάντα»

Από την στιγμή που συνέλαβα τον εαυτό μου να αξιολογεί τις έννοιες που τον περιτριγυρίζουν, μου καρφώθηκε σθεναρά η ιδέα στο κεφάλι, πως υπάρχουν δύο μικρές λεξούλες που έχουν το «διάολο» μέσα τους. Είναι τούτο που έχουμε ακούσει όλοι και το ξέρουμε, χωρίς να το ξέρουμε: «για πάντα».

Το έχουμε ακούσει με χίλιους τρόπους, σε μύριες, κατ’ ελάχιστον φορές. Αν δε, αναλογιστούμε το πώς το έχουμε δει γραμμένο, τότε χάνεται κάθε έλεγχος ποσότητας:
 Με τελεία, σε στιβαρό και κατηγορηματικό λόγο, που αποδίδει αδιαπραγμάτευτα την σοβαρότητα του πράγματος.
Με θαυμαστικό, όπου προσδίδεται μια συναισθηματική νότα, από αυτόν που το ξεστομίζει, στα δύσμοιρα αυτιά που το ακούν. Θαυμασμός της στιγμής για την έκφραση του όλου, της διάρκειας και του χρόνου.
Με ερωτηματικό. Εδώ πρόκειται για την έκφραση της απόλυτης ανασφάλειας του ερωτώντος. Είναι ότι πιο σφαγερό μπορεί να φτιάξει το κεφάλι του ανθρώπου για να κόψει σε κομμάτια το πλήρες.
Με κόμμα. Πρόκειται για την περίπτωση που το «για πάντα» γίνεται μικρά κομματάκια, χωρίς να ενοχλεί αυτόν που το ζει με την ψευδαίσθηση πως είναι ακέραιο.

Μα θα μου πει κάποιος: «Ρε μάστορα, τι έχεις και τρώγεσαι με τις λέξεις;»
Δίκαιο θα έχει ο άνθρωπος και να με ρωτήσει , και να με βρίσει που του χαλάω την σταθερότητα της ασφάλειας. Αλλά τι φταίω εγώ που ο διάολος που κρύβεται στις δύο αυτές λεξούλες, ξεχνιέται πότε πότε,  και βγαίνει έξω για να κάνει την βόλτα του, στους δρόμους του μυαλού. Απαντώ λοιπόν στον εν δυνάμει ερωτήσαντα:
«Αν έχεις κότσια μάγκα να τα βάλεις με το «διάολο» και άσε με ΄μενα ήσυχο! Εγώ την τρέλα μου την έχω και θα πάρει και πιστοποίηση, όποτε το αποφασίσω. Αν δεν γουστάρεις κάν’ την…».

Το «για πάντα», αποτελεί την βαθιά διάθεση του ανθρώπου να παραμείνει σε κάτι όσο το δυνατόν περισσότερο. Με δεδομένο πως ο άνθρωπος θέλει πάντα το καλό και αγαθό, η παραμονή στο «για πάντα», λαμβάνει το νόημα μιας ευχάριστης κατάστασης που φέρνει ηδονή στην ύπαρξη. Το ερώτημα που αναφύεται , είναι πόσο ηδονή μπορεί να αποτελεί μια στατικότατα, σε μια ευχαρίστηση που αντικατοπτρίζεται στο παρόν, με την προοπτική της αιωνιότητας.

Η ηδονή διαφέρει από την Ηδονή. Η πρώτη αφορά τον άνθρωπο στο τώρα. Η δεύτερη αφορά τον άνθρωπο στην ολοκλήρωση του. Η πρώτη δεν θέλει προσπάθεια, δεν θέλει σχεδιασμό, δεν θέλει κόπο, δεν θέλει προοπτική. Η δεύτερη για να υπάρξει θέλει μόχθο. Συχνά στο ανθρώπινο μυαλό αυτή η διάκριση δεν υπάρχει. Αντίθετα, πολλές φορές δεν είναι διακριτή, ούτε καν η κατάσταση που αντιπροσωπεύει το περιεχόμενο της κάθε έννοιας. Το αποτέλεσμα είναι η ανθρώπινη ύπαρξη, να αντιμετωπίζει την παροντική ηδονή ως το εξασφαλισμένο αγαθό, που θα συνοδεύει τις επιλογές της στο διαρκές. Επειδή όμως έρχεται το πλήρωμα του χρόνου η ηδονή ολοκληρώνεται και αρχίζει και φθίνει, με μια σταδιακή απογύμνωση, που φτάνει στα όρια της κατάρρευσης με παταγώδη ήχο. Προς αυτή την κατάσταση η ανθρώπινη διάθεση, αντιστέκεται  σθεναρά μέχρι να βρει το επόμενο «για πάντα» ώστε να ξεγελαστεί και να βιώσει το όλον του αγαθού, παροντικά και εξ’ αρχής.

Ο άνθρωπος, στο «για πάντα», κρύβεται. Δεν είναι κακώς αυτός ο τρόπος. Κακό είναι να μην ξέρει το λόγο που κρύβεται. Μπορεί να δικαιολογηθεί η αδυναμία και η ανάγκη για ασφάλεια. Δεν μπορεί όμως να δικαιολογηθεί μια κοντόφθαλμη λογική, που δεν προκαλεί την υπέρβαση μέσα από αυτή καθ’ αυτήν την ανάγκη για ασφάλεια. Ο άνθρωπος πάσχει και πασχίζει. Πάσχει γιατί δεν έχει την ευτυχία του και πασχίζει γιατί δεν ξέρει πώς να την βρει.

Η ευτυχία δεν κρύβεται στην παροντικότητα του «τώρα» και δεν συνοδεύει κανέναν με ασφάλεια στο «για πάντα». Η ευτυχία ανακαλύπτεται και παράλληλα δημιουργείται μέσα μας, όταν αποφασίσουμε να δούμε πως, οι συνθήκες δεν καθορίζουν τις επιλογές μας, αλλά αντίθετα οι επιλογές μας δημιουργούν τις συνθήκες. Ο καθένας βρίσκει ότι ψάχνει. Στην ύπαρξη του ανθρώπου αυτό το ψάξιμο είναι διαρκές, δεν είναι για πάντα. Το διαρκές μεταβάλλεται και εξελίσσεται παραγωγικά. Το «για πάντα» έχει διάρκεια, αλλά δεν έχει μεταβολή, δεν έχει εξέλιξη μέσα του. Το «για πάντα», είναι η σύνοψη της σκέψης «θέλω να ζω μόνο αυτό που ζω τώρα, χωρίς μεταβολή, γιατί νοιώθω ευχάριστα και μου αρκεί η στιγμή του «τώρα» χωρίς τροποποιήσεις». Αυτό το δεδομένο στην ανθρώπινη ύπαρξη είναι αδύνατο. Παντελώς αδύνατο. Δεν μπορεί η ανθρώπινη ύπαρξη να μεταβάλλεται και να αναζητά από τις συνθήκες να παραμένουν αδιατάρακτες. Είναι παράλογο.

Βλέπω τον πιτσιρικά και φωνάζει δυνατά: «Ρεεε φίλε! Κόψε τα ληγμένα σε χαλάνε!». Γελάω! Τι να πω; Στην πραγματικότητα έχει δίκιο το παιδί! Όχι γιατί τα ληγμένα μου έληξαν, αλλά γιατί αποφάσισα να μη τα παίρνω ......«για πάντα»