Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Επιστροφή




Στάθηκε με ηρεμία το κάλος,
ανάμεσα στην μνήμη και την ανάμνηση,
στολίζοντας με ομορφιά την γραμμή της ζωής.
Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε τρείς
και το καταμεσήμερο πήρε χρώμα θλίψης.
Ο ουρανός έμεινε σκεπτικός στο πέρασμα του ήλιου
και οι ακτίνες άπλωσαν στοργικά την λάμψη τους,
πάνω από τα κουρασμένα λευκά σύννεφα,
που πάλευαν να κρατηθούν για να μην πέσουν.
Τα πιτσιρίκια ξεχύθηκαν στους δρόμους
και ο ήχος από το παιχνίδι
κυμάτιζε στο μυαλό κύματα χίλια και κάτι,
για να θυμηθεί ανάμεσα στην μνήμη και την ανάμνηση
τα χρόνια της ανεμελιάς που στάθηκαν.
Έμεινα σιωπηλός να κοιτάζω και να ταξιδεύω.
Είδα ζωντανούς, είδα χαμένους, είδα νεκρούς
και όλοι χαμογελούσαν λουσμένοι στο φως,
μιας μαγείας που αβίαστα ξεχώριζε
στην απλότητα μιας πανδαισίας χρωμάτων.
Μια σκέψη έφυγε από την αγκαλιά του ήλιου,
έκανε μια βόλτα στον γαλάζιο ουρανό,
πήρε λίγη από την παγωνιά του λευκού,
πήρε λίγη από τη ζεστασιά του χρυσού,
και κάθισε σε μια ακτίνα
αντίκρυ από το παράθυρο του δωματίου.
Με κοίταξε με όλη την γλύκα της,
μου χαμογέλασε με όλη την ομορφιά της,
με χαιρέτησε με όλη την ζωντάνια της,
και άρχισε πάλι να πετά
με κατεύθυνση τον ορίζοντα,
που απλωνόταν εκεί που δεν έβλεπα.
Στάθηκα με απογοήτευση στην απώλεια,
μα πριν προλάβω να πονέσω
ο ουρανός έπαψε να σκέπτεται,
οι ακτίνες άρχισαν να επιστρέφουν,
τα σύννεφα έπαψαν να κρατιούνται
και η καμπάνα σήμανε τον εσπερινό.
Η νύχτα ήρθε σιωπηλή,
και ο κόσμος γέμισε κραυγές.

Β.Α.Γκρίλλας