Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Θάνατος

Με απόλυτη βεβαιότητα, το ουσιαστικότερο, το βαθύτερο και επί αιώνες ανερμήνευτο ερώτημα του ανθρώπου, είναι το σχετιζόμενο με το θάνατο. Σε όλη την πορεία της ζωής ο θάνατος αποδεικνύεται, ως το δεδομένο που λειτουργεί συνθετικά και αντιθετικά, κατορθώνοντας την γέννηση ισχυρών προβληματισμών στην ανθρώπινη φύση. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, παρατηρείται το πρώτο παράδοξο του θανάτου. Ενώ δηλαδή, ο θάνατος αποτελεί την λήξη του γεγενημένου,ο ίδιος κατορθώνει και να γεννά. Εφόσον υπάρχει αυτή η αφετηριακή βάση στον ανθρώπινο συλλογισμό,  κρίνεται ερώτημα ουσίας, το αν ο θάνατος μπορεί να λειτουργεί στην ύπαρξη παραγωγικά, γεννώντας στην ιδία την σύστασή του. Ο ορθότερος ίσως, τρόπος προσέγγισης του θανάτου, απαιτεί την απαλλαγή της παρουσίας του από την ανθρώπινη ύπαρξη -τουλάχιστον αρχικά- και την αναγωγή του στο πεδίο της ανθρώπινης φύσης. Τούτο, διότι ο θάνατος δεν αποτελεί δεδομένο της αποκλειστικότητας του ανθρώπου. Μια τέτοια θεώρηση, θα παρέδιδε πλασματική εικόνα συμπερασμάτων. Αντίθετα, η αναγωγή στο πεδίο της ανθρώπινης φύσης, αποκαθιστά την αξιοπρέπεια, ενός πραγματικά υγιούς στοχασμού, καθόσον παρουσιάζει το θάνατο, ως δεδομένο που αφορά οτιδήποτε σχετίζετε προς το περικλείον  και περικλειόμενο του ανθρώπου περιβάλλοντος. Ο θάνατος, ως υπαρκτικό στοιχείο, δεν σχετίζεται μόνο με την ανθρώπινη ύπαρξη και σαφώς δεν αφορά μόνο την ανθρώπινη οντότητα. Όλο το φάσμα της φύσης του ανθρώπου, βιώνει εν καιρώ το θάνατο του. Σε αυτή την λογική εκμηδενίζεται το εγωιστικό κέντρο του στοχασμού.

Κάθε φιλοσοφική, θρησκευτική, ανθρωπολογική η άλλη θεώρηση, ουσιαστικά θέτει ως στόχο την υπέρβαση του θανάτου. Ο ανθρώπινος τρόπος σκέψης, επιχειρεί να δώσει κάθε δυνατή προέκταση, για να ξεπεράσει το κέντρο ή το κεντρί του θανάτου. Χιλιάδες περιγραφές θα μπορούσαν να καταγραφούν και άπειρες θεωρίες έχουν την δυνατότητα να παρουσιαστούν. Ωστόσο, το γεγονός –ή γιατί όχι, το συμβάν- του θανάτου παραμένει απροσδιόριστο. Σε αυτή την προοπτική μεταξύ γεγονότος και συμβάντος ενδέχεται να ξεσπάσει πόλεμος θεωριών. Στην γενική αντίληψη ο θάνατος είναι γεγονός. Σε ελάχιστα «σαλεμένα μυαλά» , ο θάνατος είναι συμβάν. Η διαφορά γεγονότος και συμβάντος είναι καθοριστική. Στο γεγονός, λανθάνει πάντα η επικινδυνότητα της στατικότητας. Στο συμβάν, εμπεριέχεται η δύναμη της ενεργητικής διάθεσης. Όσες θεωρίες καθιστούν το θάνατο ως συμβάν, έχουν και προτάσεις υπέρβασης. Αντίθετα, όσες θεωρούν γεγονός τον θάνατο, αδυνατούν να απαλλάξουν την ανθρώπινη φύση απ’ αυτό, που τόσο ισχυρά επιχειρούν να μελετήσουν. Το γεγονός έχει βιωθεί και δεν ανατρέπεται. Το συμβάν βιώνεται και άρα μπορεί ο άνθρωπος να καθορίσει την εξέλιξη του. Είναι παράδοξη η θέση -σίγουρα είναι «παράδοξη» η θέση- πώς ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα του καθορισμού της εξέλιξης του, εντός του θανάτου. Ωστόσο, όταν στον θάνατο μιλούμε για εξέλιξη, ουσιαστικά νοηματοδοτούμε την λογική, την ορθή και την ουσιώδη του διαχείριση. Τίποτε παραπάνω, από την ορθή βιωματική σχέση με αυτόν, υπό την λογική ότι ο άνθρωπος , ό,τι βιώνει αυτό και δύναται να το υπερβεί.

Ο θάνατος τρομάζει τη ζωή, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να τον αντιμετωπίσει, είτε κατ’ αντίθεσιν της ζωής, είτε ως λήξη της ζωής, είτε ως σύνθεση της ζωής. Ο άνθρωπος ο ζωντανός, έχει δίκαιο να φοβάται την διακοπή της ζωντάνιας του. Αντίθετα ο άνθρωπος της ύπαρξης δεν φοβάται το συμβάν του θανάτου, γνωρίζοντας πως και αν ακόμα ο θάνατος σταματά την ζωή αδυνατεί να πάψει την Ύπαρξη. Ο Θάνατος είναι αν-Ύπαρκτος. Στερείται δηλαδή οντολογικής παρουσίας, διότι δεν έχει μέσα του ίχνος ψήγματος Ζωής. Αυτό είναι και το συγκριτικό πλεονέκτημα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι ύπαρξη ή ορθότερα ο άνθρωπος που έχει καταστεί Ύπαρξη, γνωρίζει και βιώνει την αλήθεια πως ο Βίος δεν σχετίζεται με την ζωή! Άλλο πράγμα το «βιώνω» και άλλο το «ζω»! Όταν ζεις ο θάνατος δεν υπάρχει. Όταν βιώνεις, τότε στην ύπαρξή σου εμπεριέχεται και ο θάνατος. Γεννιέσαι μαζί με το θάνατο. Πορεύεσαι μαζί με τον θάνατο. Όταν ζεις ο θάνατος στέκεται πάντα απέναντι. Είναι η αντίθεση της γέννησης σου. Γεννιέσαι και είναι αντίκρυ σου. Γεννιέσαι αντικρίζοντας την αντίθεση, σε ένα κόσμο που σου ζητά διαρκώς να συνθέσεις. Βιώνω τον θάνατο μου, σημαίνει πως ζω το δράμα του κοντυλοφόρου που γράφει αυτές τις γραμμές χάνοντας την μελάνη του από την γραφίδα. Παράλληλα θαυμάζω, βιώνοντας το, πώς ο θάνατος του κονδυλοφόρου γεννά καρπερή σκέψη, δίνοντας τη ζωή στο νεκρό κομμάτι χαρτιού που ζωοποιείται από το θάνατο της μελάνης. Αυτό σημαίνει βιώνω με τον θάνατο. Αντίθετα ζω το θάνατο μου σημαίνει, πως τα αδίστακτα λόγια του χαρτιού, δεν μπορούν να σαλέψουν το κέντρο του μυαλού μου αφήνοντας την μελάνη μόνιμα νεκρή πάνω στην λευκή σελίδα.

Το ουσιαστικότερο λάθος που εντοπίζει η ανθρώπινη σκέψη, σε όλες τις προσπάθειες ερμηνείας του θανάτου, είναι ο συσχετισμός του και η εξάρτηση του από το χρόνο. Ο θάνατος σαφώς συμβαίνει εν χρόνω στην ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο, το δεδομένο ότι επέρχεται σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, δεν δεσμεύει επ’ ουδενί το θάνατο στην χρονικότητα. Ο χρόνος αφορά τον άνθρωπο και όχι το θάνατο. Με δεδομένο αυτό, είναι παραλογισμός ο προσδιορισμός του μικρού ή μεγάλου, του νέου ή γέρου, του ακμαίου ή ασθενή ενώπιον του θανάτου. Ο θάνατος χρονικά είναι ανύπαρκτος, διότι αν προσδοθεί σε αυτόν χρονική υπαρξιακή διάσταση, τότε παραμένει ανερμήνευτη η γέννηση της ζωής. Επιπρόσθετα θα μπορούσε ο άνθρωπος να προσδιορίσει την χρονική συνάντηση του με τον θάνατο, κάτι που δεν το καταφέρνουν μήτε οι αυτόχειρες. Η ζωή γεννάται εν χρόνω και κλείνει εν χρόνω. Ο θάνατος δεν κρατά ημερολόγιο, γι’ αυτό και δεν μπορεί να προσδιορίσει ούτε την ζωή στην αφετηρία της, ούτε και την λήξη της στο σύνολο της. Τούτος είναι και ο λόγος που ο καθένας πεθαίνει μόνος, ταλαιπωρώντας το θάνατο, ο οποίος δεν μπορεί να μας κερδίσει όλους στην αυτή στιγμή. Αυτό κατ’ ουσίαν σημαίνει πως ο θάνατος σε αυτόν που βιώνει ως Ύπαρξη, αποτελεί απλά μια διαχειρίσιμη στιγμή, και όχι τροχοπέδη που εξαρτά την ύπαρξη από τον όποιας λογής τάφο.

Η ζωή θέλει πάντα το χώρο της, τη Γή, τον Ήλιο, το Νερό, τα στοιχεία του κόσμου. Κατ΄ αντίθεσιν ο θάνατος δεν θέλει τίποτα. Το ερώτημα που προκύπτει είναι, πώς ο θάνατος δεν έχει απαιτήσεις; Δεν έχει απαιτήσεις,  διότι είναι ανυπαρξία κατάστασης ζωής ή δεν θέλει τίποτα διότι τα έχει όλα συνυφασμένα εντός της ζωής που κινείται; Στο ερώτημα αυτό δεν στάθηκε ποτέ κανένας. Ενδεχομένως αν κάποιοι στέκονται σε αυτό το συλλογισμό να σιωπούν, από διακριτικότητα, για να μην αναγκάσουν τους συνανθρώπους τους, να τους οδηγήσουν σε ψυχιατρική μονάδα κλειστού τύπου, ως αποτελούντες την ουσιωδέστερη αντίθεση της κατά κόσμον κρατούσας λογικής. Τώρα, πόση λογική μπορεί να έχει η ακροβασία στην ζωή και στο θάνατο ή στην σύνθεση βιώματος και ύπαρξης, είναι μεγάλο θέμα που δεν δύναται να αναλυθεί σε ελάχιστες γραμμές. Σε κάθε περίπτωση τίθεται ως πρόχειρο και ανεπιχειρηματολόγητο συμπέρασμα η άποψη, ότι ο θάνατος δεν θέλει τίποτε, γιατί έχει ένα στοιχείο που δεν υπάρχει στην ζωή. Ο θάνατος είναι αυτάρκης!

Αποτελεί την μοναδική βεβαιότητα, είναι το μόνο αναντικατάστατο και το απολύτως προσωπικό στοιχείο στον άνθρωπο ο θάνατος του! Καμία άλλη προοπτική στην ζωή μας δεν έχει στον απόλυτο βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά εκτός από την προοπτική του θανάτου. Η μοναδική βεβαιότητα, συνίσταται στην σιγουριά της ύπαρξης ή έστω πιο ανάλαφρα της ζωής, πώς θα πρέπει κάποια στιγμή να αγκαλιάσει το θάνατο. Η αναντικατάστατη παρουσία αυτού του δεδομένου, δεν επιτρέπει καμία εκπροσώπηση του τύπου: «Δεν μπορώ να παραβρεθώ, σε παρακαλώ βίωσε αντί για μένα το θάνατο μου.» Αυτό ακριβώς, καθορίζει την απολυτότητα του προσωπικού χαρακτήρα του θανάτου. Θανατούμαι ή θανατώνομαι Εγώ προσωπικώς για τον εαυτό μου! Αυτή είναι η ορθή σχέση του Εγώ με τον θάνατο. Με αυτά τα χαρακτηριστικά στοιχεία είναι αδιανόητο στον ανθρώπινο στοχασμό να συλλάβει το Θάνατο, ως κάτι το απρόσωπο. Το ερώτημα που τίθεται, είναι για το αν έχει ο θάνατος πρόσωπο και αν έχει πρόσωπο τότε έχει και ύπαρξη, και αν έχει ύπαρξη τότε έχει και οντότητα κ.τ.λ.. Μια απλή άποψη, θα μπορούσε να ισχυριστεί πως πολλά στοιχεία στην ζωή του ανθρώπου δεν έχουν μήτε πρόσωπο, μήτε ύπαρξη μήτε οντότητα, και όμως στην αντίληψη και μόνο του ανθρώπου είναι σαν να έχουν. Για παράδειγμα η Ελευθερία, αποτελεί βιωματική κατάσταση, δεν έχει πρόσωπο, οντότητα και ύπαρξη, αλλά άπαντες την αποδέχονται μετά χαράς, έτσι ασχημάτιστη, βιώνοντας την ενέργεια των συνεπειών που προσφέρει. Μάλιστα στην αντίληψη  καθίσταται προσωποποιημένη ισχυρά, αν και δεν πληρεί καμία υπαρξιακή προϋπόθεση. Εν προκειμένω, αυτό που επιχειρείται να προβληθεί, είναι ότι πολλά στοιχεία που αφορούν την ανθρώπινη φύση ή ύπαρξη δεν είναι απαραίτητο να χαρακτηρίζονται με ταυτότητα. Γιατί άραγε ο Θάνατος θανατώνεται τόσο άκαρδα από τον άνθρωπο,  μόνο και μόνο γιατί στερείται υπαρκτικών γνωρισμάτων; Ίσως εδώ ο άνθρωπος είναι πιο θανατηφόρος από τον ίδιο τον Θάνατο!

Η μοναδική θεώρηση μου μάχεται σθεναρά το θάνατο, όσο καμία άλλη, είναι η Ορθόδοξη. Αν απαλλάξουμε το στοχασμό μας, από τα όρια της όποιας θρησκευτικότητας, θα δούμε πώς η προοπτική της όποιας Ανάστασης ή ανάστασης, στοχεύει στην κατάλυση του θανάτου. Και όμως, αυτό που δίνει το γοητευτικότερο προβάδισμα στην ορθόδοξη θεώρηση, σε σχέση προς κάθε άλλη, είναι πως αντιμάχεται το συμβάν του θανάτου, με μία μοναδική αξιοπρέπεια, που επιτρέπει ακόμα και το θάνατο του Θεού της. Μια μοναδική αξιοπρέπεια που προκαλεί απόλυτη αποδοχή του θανάτου, προτείνοντας μια υπέρβαση εκλογικευμένη και πρακτικά αντιμετωπίσιμη. Η φιλοσοφική διάσταση αυτού του τολμήματος –απαλλαγμένη από κάθε θρησκευτική ή θεολογική προοπτική- παραδίδει την αξιοπρεπέστερη βίωση του θανάτου. Αυτή ακριβώς η θεώρηση, αποδίδει το συσχετισμό θανάτου και βιώματος, ενώ παράλληλα χαρακτηρίζει τον βιωματικό χαρακτήρα της πρακτικής του φαινομένου του θανάτου. Πρέπει να γίνει σαφές, ότι η αναφορά σε ένα θρησκευτικό τρόπο στοχασμού, δεν αποσκοπεί στην κατάδειξη μιάς αλάνθαστης θεολογικής ή θρησκευτικής λογικής. Το επιδιωκόμενο στην περίπτωση αυτή, είναι η αλήθεια της φιλοσοφικής θεώρησης του θανάτου, η οποία συνθετικά έχει το δικαίωμα να προσεγγίζει με απόλυτη ελευθερία κάθε χώρο στην προσπάθεια, είτε σύνθεσης, είτε ανάλυσης, της διαρκώς επιχειρούμενης σοφίας.

Ο θάνατος φοβίζει κατά κοινή συνισταμένη τον άνθρωπο. Λάθος! Ο άνθρωπος, που ξέρει να διαπραγματεύεται μια ολόκληρη ζωή, βιώνοντας την ύπαρξη του, δεν μπορεί να φοβάται. Για την ακρίβεια, αδυνατεί να φοβάται. Δεν θα ήταν άσκοπη η τοποθέτηση, ότι ο άνθρωπος φοβάται, όχι εξαιτίας του προσωπικού του θανάτου που επέρχεται, αλλά διότι αδυνατεί να διαχειριστεί το θάνατο των άλλων που βιώνει. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να φοβάται κάτι για το οποίο ο ίδιος δεν έχει εμπειρία και γνώση. Αυτό λοιπόν που τρέμει είναι η εμπειρία του άλλου που ζεί στο θάνατο. Εκ των πραγμάτων λοιπόν, είναι πλασματικός ένας χαρακτηριζόμενος προσωπικός φόβος θανάτου. Ο τρόμος του θανάτου, είναι εμπειρία που μας την μεταγγίζει ο άνθρωπος που πεθαίνει και όχι ο ζωντανός. Ο πόνος ενός αποχωρισμού, η έκπληξη μιάς τελεσίδικης απομάκρυνσης, η προοπτική μιάς μη προοπτικής, μας εκθέτει τόσο την συμπεριφορά όσο και την λειτουργία. Αποτέλεσμα είναι να μην μπορούμε να αποδεχθούμε, ότι στερούμαστε πρόσωπα, λόγια, συναισθήματα, κοινές εμπειρίες. Ενδόμυχα λανθάνει έντονος εκνευρισμός, διότι αυτός που μετέχει του θανάτου, βιώνει μια εμπειρία από την οποία μας εξαιρεί, στην οποία μας «απαγορεύει» να μετέχουμε! Και αυτό ο εγωισμός μας δεν το αντέχει. Στο θάνατο, πολλές φορές, οι αντιδράσεις αποδεικνύουν, ότι ο πόνος είναι περισσότερο προϊόν της προδοσίας του δικού μας εγωιστικού «θέλω», παρά αυτού καθ’ αυτού του δεδομένου, πως κάποια ύπαρξη διαφοροποιείται στον άξονα της πορείας του βίου της. Αντιδρούμε γιατί χάσαμε, γιατί στερούμαστε, γιατί αδυνατούμε, γιατί κάτι μας λείπει. Ποτέ όμως δεν μας προκάλεσε πόνο ή ανησυχία, η αβεβαιότητα που βιώνει αυτός που επιλέγεται ή επιλέγει το θάνατο.

Ο θάνατός, ή επειδή βαίνουμε σε συμπέρασμα, ο Θάνατος, δεν είναι το τραγικότερο πράγμα στην ζωή του ανθρώπου. Τραγικοί είναι οι μικροί θάνατοι που σπάνια αντιλαμβανόμαστε. Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει. Ο άνθρωπος πορεύεται στην διαφοροποίηση του, και πορεύεται με την σταθερότητα της ολοκλήρωσης, η οποία εμπεριέχει και την εμπειρία του θανάτου. Ευτυχείς και πλήρεις, όσοι κατορθώνουν να ολοκληρώσουν την Ύπαρξή τους στο βαθμό που θα τους επιτρέψει, να απολαύσουν την βιωματική εμπειρία του θανάτου, μεταβαίνοντας στο Επέκεινα, με την ασφάλεια, ότι έζησαν κάθε στιγμή Ζωής, ζωοποιώντας ακόμα και την παγωμένη ανάσα της Μετάβασης.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Καταλαγή (Απόσπασμα από ανέκδοτο έργο)

  Κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον εαυτό του, είναι άκαρπη, αν και εφόσον δεν κινείται στην πορεία της καταλαγής με την ύπαρξή του. Η αποτυχημένη προσπάθεια, έχει ως κέντρο, την μη αναγνώριση της εσωτερικής ειρήνης του προσώπου με το ίδιο του το είναι.  Ακούγεται ενδεχομένως ποιητικό και σίγουρα υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων, για να τοποθετηθούν σε τούτη την θέση. Η πρώτη, έχει την δυνατότητα να αιτιολογήσει το ουτοπικό περιεχόμενο της καταλαγής, προσδίδοντας χαρακτηριστικά στοιχεία ενός άκρατου ρομαντισμού στους υποστηρικτές της. Η δεύτερη κατηγορία, υπό την λογική, πως τέτοιες απόψεις απέχουν από το ρεαλισμό της σύγχρονης πραγματικότητας, έχει την δυνατότητα να υποστηρίξει, πως η καταλαγή εδράζεται σε υπερρεαλιστικά στοιχεία, μιάς ανέφικτης βάσης. Σε κάθε μια από τις παραπάνω θέσεις, παράγεται έντονο ενδιαφέρον στοχασμού, υπό την σκέψη, πως είναι κίνητρα για την πορεία του ανθρώπου στην οντολογική του καταξίωση.

            Ο άνθρωπος, βρίσκεται συχνά στην θέση, να αισθάνεται άβολα με τον ίδιο του τον εαυτό. Ως όν, στην καθ’ ημέραν πρακτική του, δεν χάνει την ευκαιρία, να δυσανασχετεί για τις ίδιες του τις επιλογές, πολλές από τις οποίες υλοποιεί, κατόπιν υποτιθέμενα ώριμης σκέψης και μέσα από λογικές διαδικασίες. Έτσι συχνά παρατηρούμε στον άνθρωπο  ασυμφωνία μεταξύ λογικής και πρακτικής. Πρακτικότερα, αντιμετωπίζουμε έναν άνθρωπο, ο οποίος μετανιώνει τόσο γι’ αυτά που πράττει, όσο και γι’ αυτά τα οποία αποφάσισε να μην πράξει. Μια ενδελεχής μελέτη στα φαινόμενα αυτά, παρουσιάζεται αποκαρδιωτική, καθόσον μας παραδίδει την εικόνα ενός σφραγισμένου ανθρωπίνου φαινομένου, που πηγάζει από την διαρκή σύγκρουση της εσωτερικότητας και της εσωτερικότητας των ενεργειών της αυτής ύπαρξης. Στην ουσία του πράγματος αντικρίζουμε έναν άνθρωπο που πάσχει, ευρισκόμενος σε εμπόλεμη κατάσταση με την ίδια την ύπαρξη του.

            Παρατηρώντας και μελετώντας την σύνθεση της ανθρώπινης ζωής, βρισκόμαστε πολλές φορές, στην δυσάρεστη θέση να αντικρίσουμε έναν άνθρωπο, που με σταθερά βήματα απομακρύνεται από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που δεν «βολεύεται», όχι από την διάθεση της φιλοσοφικής ή της όποιας άλλης αναζήτησης, αλλά από την ελλειμματικότητα πλήρωσης και προσδιορισμού της ύπαρξης του. Η ουσία του όλου προβλήματος, που γεννά και το πλήθος των μεγάλων και τρανών ερωτημάτων, είναι πώς ο άνθρωπος δεν απομακρύνεται μόνο από τον εαυτό του, αλλά αποστασιοποιείται –πολύ χειρότερο- από αυτήν καθ΄ αυτήν την ύπαρξη του. Βλέπουμε έναν άνθρωπο, που βρίσκεται, υπό το ζυγό της άγνοιας και συμβιβάζεται συνθηκολογώντας με το πάθος να παραμένει απροσδιόριστος μέσα του σε διάσταση και διάρκεια παρελθοντική, παροντική και μελλοντική. Ο άνθρωπος έτσι, γεννά έχθρα προς τον εαυτό του, ταυτίζοντας λανθασμένα την ολοκλήρωση του με το «εγώ», μέσα από την ηθελημένη λησμονιά, πως το «εγώ» απροσδιόριστο αποτελεί την χαριστική βολή στο θάνατο της Ύπαρξης και του Προσώπου του ίδιου του Είναι.

            Η καταλαγή, επιχειρεί να φέρει στον άνθρωπο την ισορροπία, που θα τον οδηγήσει να οσφρανθεί την ανάγκη να ειρηνεύσει μέσα του και να αυτοπροσδιορίσει όλα εκείνα τα στοιχεία, που θα καταλήξουν στον προσδιορισμό της Ύπαρξής του. Σαφώς και η διαδικασία αυτή, δεν μπορεί να επιφέρει απάντηση στο εσωτερικό, βαθύ και κάποτε ανερμήνευτο πρόβλημα του υπαρξιακού ερωτήματος. Ωστόσο, παρέχει την δυνατότητα στον ειρηνευμένο και γαληνεμένο εαυτό της κάθε ανθρώπινης οντότητας, να θέσει το θεμέλιο, για την διερεύνηση του υπαρξιακού ζητήματος. Ουσιαστικά η καταλαγή, παρέχει την δυνατότητα της ακαταίσχυντης ελπίδας, είτε να δώσει απαντήσεις στην ύπαρξη, είτε να παράσχει την απορία της γνώσης και της μη γνώσης της ύπαρξης. Ο άνθρωπος και στις δύο περιπτώσεις βρίσκεται στην θέση κατάφασης, είτε να προσδιορίσει το είναι του, είτε να αποδεχθεί την αδυναμία προσδιορισμού του. Το όφελος, που προκύπτει, είναι πολλαπλό και σχετίζεται με την απόκτηση της γνώσης, που φέρνει τον κάθε εαυτό, της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, στην κατάσταση της αναγνώρισης του Είναι. Δηλαδή, της οντολογικής πραγματικότητας που βιώνει το Εγώ.

            Το να αγαπά ο άνθρωπος τον ίδιο του τον εαυτό, απαλλαγμένος από την ενστικτώδη διάθεση και από την μικροοπτική της υπαρκτικής του παρουσίας είναι κατάκτηση. Η πράξη αυτή αποτελεί την ουσιωδέστερη παροχή ελπίδας για την πνευματική προκοπή του ανθρώπου. Δεν πρόκειται για μια έξαρση εγωιστικής υπερβολής, αλλά για την κατασταλαγμένη εικόνα, που σχηματίζει και αποδέχεται ο ίδιος ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Πρόκειται για την διόρθωση της προαίρεσης του ανθρώπινου «θέλω», που οδηγεί στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης. Στην διαδικασία αυτής της διόρθωσης, ο άνθρωπος αποκτά την δύναμη, να αποβάλλει   όλα τα περι-ουσιαστικά στοιχεία, ανιχνεύοντας αυτήν καθ΄αυτήν την Ουσία της οντολογικής του παρουσίας. Ο προσδιορισμός της οντολογικής παρουσίας του ανθρώπου, αποτελεί το ύψιστο δεδομένο πνευματικής ανύψωσης, που ζητά την ταύτιση του λόγου και της πράξης, την εναρμόνιση του έσω και του έξω της παρουσίας του, την συμφιλίωση με την θνητότητα, αλλά και με την αιωνιότητά του.

            Μεγάλη πράγματι δωρεά η διαγραφή κάθε υπαρξιακής αδημονίας και η παροχή αγαλλίασης του ανθρώπου με τον εαυτό του. Το βασικό όπλο σε αυτόν τον προσδιορισμό, είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να είναι πρόσωπο. Η άγνοια και η αγνωσία, αποτελούν τον αισχρότερο τοίχο, που μπορεί να ορθώσει ο άνθρωπος και να χωρίσει στα δύο τον εαυτό του. Η ένωση του ανθρώπου μέσα του, επιτυγχάνει την γνώση όχι μόνο της οντολογικής διάστασης του, αλλά και της οντικής και πυρηνικής αποδοχής του Εγώ του. Όταν ο άνθρωπος φθάσει σε αυτό το πραγματικό κατόρθωμα, αυτή η συμφιλίωση καταλήγει στην καταλαγή με τις άλλες ανθρώπινες υπάρξεις. Με λανθασμένες ερμηνείες, αλλά αναγνωρισμένα με πλούσιες επιχειρηματολογίες, πολλές θεωρίες ζητούν την αναγνώριση του Εγώ μέσα από το Εμείς. Δεν είναι κακή μια τέτοια θεώρηση του πράγματος. Το κακό που παράγεται – το οποίο δεν είναι εμφανές με μια πρώτη ματιά- είναι ότι μια τέτοια θεώρηση, οδηγεί στην εξάρτηση του Εγώ από την περιρρέουσα ανθρώπινη υπαρξιακή παρουσία. Αύθις στιγμής παράγεται εξάρτηση, αυτόματα καταλύεται κάθε έννοια καταλαγής.

            Η εσωτερική γαλήνη των λογισμών και των συλλογισμών του ανθρώπου, δεν μπορεί να επιτευχθεί με εξαρτήσεις. Το έδαφος πρέπει να παραμένει σταθερά ελεύθερο, διότι ανθρώπινη παρουσία που δεν εδρεύει την όποια αναζήτησή της, σε ελεύθερο έδαφος, δεν επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα της οντικής και οντολογικής κατανόησης αυτής καθ΄αυτής της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι φύσει ελεύθερος. Ακόμα και στην λειτουργία των πλέων ενστικτωδών ενεργειών και πράξεων, παραμένει ελεύθερος. Δεν αποτελεί υπερβολή η σκέψη, πως η δέσμευση του Εγώ στο έξω του Εγώ περιβάλλον, επιφέρει ρωγμές στην ακεραιότητα του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να λειτουργεί σωστά, ανάμεσα σε πόλους μαγνητικών πεδίων. Αν ενστερνιστεί κάποιος, μια τέτοια τοποθέτηση, πρέπει αναγκαστικά να αποδεχθεί το Εμείς, ως δεύτερο πόλο. Ωσαύτως, οφείλει να αποδεχθεί την ύπαρξη αντίθεσης. Το αν, η αντίθεση χαρακτηρίζεται θετική ή αρνητική, δεν έχει ουδόλως σημασία. Το ουσιώδες κρύβεται στο ό,τι, με δεδομένη την αντίθεση, ο άνθρωπος επιχειρεί την σύνθεσή του. Αυτό είναι σχιζοφρενικό και παράλογο.

Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να δεχθεί άκριτα αυτή την τοποθέτηση. Παρόλα αυτά, εκατοντάδες χρόνια επιχειρείται, ο προσδιορισμός του ανθρώπου με τέτοια σχήματα. Άλλοτε φιλοσοφικά, άλλοτε θρησκευτικά, και κάποιες φορές πολιτικά, δόθηκαν τρανές ερμηνείες που προσδιορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη στο ζεύγος της αντίθεσης του Εγώ και του ουκ-Εγώ, του Εγώ και του Εμείς. Στην προσπάθεια μελέτης αυτών των θεωριών οι επιλογές είναι δύο. Στην πρώτη παράγεται αποδοχή και δίνεται η δυνατότητα να ειπωθεί το μεγάλο «ναι» στην αντίθεση, με την ψευδαίσθηση του προσδιορισμού του Είναι της ανθρώπινης φύσης. Στην δεύτερη, γεννιέται η παντελής απόρριψη αυτής της προοπτικής υπό την λογική, πως δεν μπορεί ποτέ και για κανέναν λόγο, να αντληθεί σύνθεση από πηγές αντίθεσης.

Αξιολογώντας αυτές τις δυναμικές, που είναι πραγματικότητα στον όλο υπαρξιακό ανθρώπινο προβληματισμό, επικρατέστερη είναι η θεωρία της αντίθεσης. Ίσως, γιατί είναι πιο σμιλεμένη από το ανθρώπινο πνεύμα. Ενδεχομένως, διότι οι αντιθέσεις είναι προσφιλέστερες και ευκολότερες στην ζωή του ανθρώπου. Πιθανώς, διότι απεικονίζουν με ξεκάθαρη εικόνα την ανθρώπινη οντότητα. Η δεύτερη θεωρία, είναι  σχετικά παρθενική σε σύγκριση και σε αναφορά προς την αντίζηλό της. Ίσως, γιατί η σύνθεση απαιτεί ως δεδομένο την υπαρξιακή καταλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης. Ενδεχομένως, γιατί παρουσιάζει μεγαλύτερες απαιτήσεις στα δεδομένα και στα ζητούμενα που θέτει. Πιθανώς, γιατί δεν παράγει ποτέ εικόνα και παράσταση της ανθρώπινης οντότητας, μέχρι την πλήρη και ακριβή στιγμή της απόλυτης ολοκλήρωσής της.

Η σύνθεση της καταλαγής, εκμηδενίζει παντελώς κάθε εσωτερική σύγκρουση. Ο άνθρωπος της καταλαγής, δεν είναι απλώς φιλικός και ειρηνευμένος με την ύπαρξη και το περιβάλλον του. Ο άνθρωπος της καταλαγής, έχει προσδιορίσει το Εγώ του, έχει συνειδητοποιήσει την διάσταση του Είναι του, έχει αυτοπροσδιορίσει την Ύπαρξη του, έχει γνωρίσει την Φύση του.  Αυτός ο άνθρωπος, έχει πονέσει σε έναν μακρύ αγώνα πνεύματος συνειδητά και ασυνείδητα. Έχει ματώσει στην σφαγερή ματιά των συνανθρώπων. Έχει πληγές από τα ανελέητα ραπίσματα του κόσμου. Ωστόσο γνωρίζει…. Ο Γνώστης δεν φοβάται την πορεία. Και δεν φοβάται, γιατί είναι πλέον ο Άνθρωπος, που έχει χαλιναγωγήσει  το Άγνωστο.

Margate, 31/01/2011
Β.Α. Γκρίλλας

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

«Δίδυμες» Συμπεριφορές Ζωής

Δεν υπάρχει χειρότερη μορφή συνειδητοποίησης της υπαρξιακής απογύμνωσης, από την θέα ενός ανθρώπου, που μοιράζεται ανάμεσα στη Ζωή και στη ζωή του. Η διάσταση που παράγεται, αποκαλύπτει συμπεριφορές, ψυχολογίες και αντιδράσεις, επί των οποίων αν ενσκήψεις σε ενδελεχή μελέτη, καταφέρνεις να κατανοήσεις, πλήθος αιτιών. Τα αίτια αυτά, σχετίζονται με την πραγματική διάσταση της βιωματικής πορείας του υποκειμένου και  εξασφαλίζουν ένα υπαρκτό σύνολο συνεπειών, που σχετίζονται με την ανελευθερία του ανθρώπου, τις πολυσχιδείς  διαφορετικές συμπεριφορές του, το πλήθος διαδοχικών ψεμάτων, την συγκάλυψη της αλήθειας κατ’ αναλογίαν των εκάστοτε συνθηκών, τα υπερμεγέθη πολλά λόγια, τις παρατεταμένες μελαγχολικές εκφάνσεις, την οξυμένη εξ αμηχανίας παρουσία γέλιου. Στην ουσία του πράγματος, πρόκειται για την ερμηνεία μιας «δίδυμης» συμπεριφοράς του ανθρώπου, που άλλο είναι και άλλο φαίνεται. Δηλωτικό αυτού του σημείου στοιχείο, είναι η διαρκώς συγκρουόμενη ατομοκεντρική προσωπικότητα, που μάχεται να σταθεί ανάμεσα σε δύο «θέλω» και ανάμεσα σε δύο «δεν θέλω», χωρίς  να φτάνει ποτέ στο να καταλήξει, από το φόβο –τον διάχυτο φόβο- μήπως και χαθεί το σταθερό έδαφος της φαινομενικής ασφάλειας του αρρωστημένου «Εγώ».

Δεν είναι λίγες οι φορές, που στην καθημερινότητα αντικρίζουμε, ψυχολογικά «δίδυμους» χαρακτήρες, οι οποίοι κινούνται με ταχύτητα φωτός σε τελείως διαφορετικές επιλογές και καταφέρνουν να συζεύξουν την αντίθεση μέσα τους κάτω από τα πενθηφόρα στέφανα μιάς νεκρικά θλιμμένης  αξιολόγησης, ασυμβίβαστων στάσεων ζωής. Από το μικρό παιδί που θέλει να γίνει πιλότος, αλλά αρνείται πεισματικά να σταματήσει το παιχνίδι για να ασχοληθεί με την μελέτη που θα το βοηθήσει στο στόχο, ως τον κατασταλαγμένο ενήλικα που επιλέγει έναν άνθρωπο για τη ζωή του ενώ επιδιώκει παράλληλα και μετά μανίας την ύπαρξη και άλλων προσωπικών σχέσεων στη ζωή του, δύναται κάποιος να αντικρίσει ένα πολυσχιδές περιβάλλον αντιθετικών επιλογών, που γεννούν σταθερά, σε κάθε μέσω συνετό νου, πλήρη απογοήτευση. Ο άνθρωπος βολεύεται στο να πράττει κατά βούληση, όμως ποτέ δεν αναζήτησε, ποια είναι τα όρια της βούλησής του. Αν κάποιος θέσει τον εαυτό του στην αναζήτηση αυτών των ορίων, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει ότι, μπορεί να έχει όποια μορφής και έκφρασης βούληση επιθυμεί, υπό την λογική όμως πως δεν μπορεί να αμαυρώσει την βούληση, του όποιου άλλου ανθρώπου. Κατ’ ουσία δηλαδή, τα όρια της βούλησης ταυτίζονται με τα όρια της πραγματικής ελευθερίας του Προσώπου.

Όταν η μελέτη επί του φαινομένου, βρίσκεται αντιμέτωπη με ανθρώπους αντιθετικά «δίδυμων» συμπεριφορών, το χειρότερο που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει το «Γιατί;» της απορίας, γι’ αυτό που αντικρίζει. Αντίθετα ένα ουσιαστικό «Γιατί;» υπαρξιακής διερεύνησης, λύνει το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος και του παραγόμενου μυστηρίου μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Αυτή η θέση, σε μια πρώτη οπτική, φαντάζει ως χαλαρή αντιμετώπιση αναζητήσεων. Στην πραγματικότητα όμως, αποτελεί ένα δίστομο ξίφος πνευματικής βεβαιότητας, χωρίς κανένα εγωιστικό κέντρο.

Το «Γιατί;» της απορίας, γεννά ερωτήσεις στην αναζήτηση όπως: «Γιατί, ο κ. Τάδε, συμπεριφέρεται έτσι;», «Γιατί, ζει στο ψέμα του;», «Γιατί, βιώνει στην απάτη του;», «Γιατί, επιλέγει αναξιοπρέπεια;»,  «Γιατί, επιλέγει να παραμένει ανελεύθερος, χωρίς φτερά;», «Γιατί, φοβάται να δει την αλήθεια;», «Γιατί, βιώνει μια κατασταλαγμένη ανασφάλεια;», «Γιατί, λειτουργεί σπασμωδικά στη ζωή του;», «Γιατί, γελάει στον κόσμο, ενώ μέσα του κλαίει;», «Γιατί, πονά διαρκώς;», «Γιατί, θέτει τις λύσεις στη σειρά και τα προβλήματα τα αφήνει  "σωριασμένα" εμπρός του;». Και άλλα τέτοια πολλά!

Αντίθετα, το «Γιατί;», της υπαρξιακής διερεύνησης στην αναζήτηση, γεννά ερωτήσεις όπως: «Γιατί, ο κ. Τάδε βρίσκεται σε διαρκές πέλαγος αναζητήσεων;», «Γιατί, δεν βολεύεται στη ζωή του;», «Γιατί, το πρότυπο ζωής που έχει καθορίσει, απέχει από την ουσία της πραγματικότητας;» «Γιατί, βρίσκεται σε ακανθώδεις πορείες βίου;», «Γιατί, ως πρόσωπο άλλοτε σκοτίζεται και άλλοτε φωτίζεται με ακρότητα;», «Γιατί, εμφανίζεται δυναμικά και αποσύρεται δυναμικότερα;», «Γιατί το Εγώ του, κινείται ανομοιόμορφα ανάμεσα στο υπέρ-Εγώ και στο ουκ-Εγώ;», «Γιατί, η ανάγκη για την λύση της ανάγκης, είναι πιο αναγκαία από την ίδια την επίλυση;», «Γιατί, ο Ορίζοντας αυτού του ανθρώπου, είναι πάντα πιο πέρα από το σημείο που εφάπτεται ο Ουρανός και η Γη του;», «Γιατί, η απόλαυση αναζητάται σε μια λανθασμένη ηδονιστική παρωδία;», «Γιατί, έχουν εμπλακεί στην λογική του, οι όροι Νους, Λογική, Ψυχή, Καρδιά;», «Γιατί πάντα το “θέλω” είναι πέρα από το ίδιο το ‘’θέλω’’;», «Γιατί, στο ‘’δεν θέλω’’, βαραίνει πιο πολύ το ‘’δεν’’;», «Γιατί, το Πρόσωπο, το Άτομο, το Εγώ, η Ύπαρξη, αποτελούν μέσα του, ενιαίο αδιαχώριστο και αδιάκριτο σύνολο;», «Γιατί, η Βούληση ταυτίζεται με την εναλλαγή της ψυχολογίας του;», και τέλος, «Γιατί δεν μπορεί όλα αυτά να τα Δει και να τα Ερμηνεύσει;»

Μελετώντας την αντιθετικότητα ενός ανθρώπου στο πεδίο των επιλογών, των αντιλήψεων και των πράξεων του, το «Γιατί;» της απορίας  μας υποβιβάζει τόσο το περιεχόμενο της ίδιας της μελέτης όσο και εμάς τους ίδιους ως Πρόσωπα, που αναζητούν σοβαρά συμπεράσματα. Αντίθετα, το «Γιατί;» της υπαρξιακής διερεύνησης, μας προάγει, τόσο στο αποτέλεσμα υγιών συμπερασμάτων, όσο και στο αποτέλεσμα της πνευματικής μας αναγωγής στο επόμενο σκαλί της κλίμακας προς την ολοκλήρωση.

Η μελέτη με το «Γιατί;» της απορίας, το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι να γένει πρόξενος πρόσθετων προβλημάτων. Τούτο γιατί πολύ λογικά, προκαλείται η αντίδραση του υποκειμένου, που αμυνόμενο στο κάθε διερευνητικό βλέμμα, επαναστατεί και αντιδρά πολλές φορές με ακρότητα. Οι απειλές, οι προσβλητικές καταδείξεις, η προσπάθεια έκθεσης των άλλων, οι εγωιστικές εμμονές, οι ψυχεδελικές αντιδράσεις, οι πεισματικές προτάσεις επιθυμιών, οι ενστικτώδεις ενέργειες, η απάλειψη κάθε μορφής αιδούς, η εξάλειψη κάθε αναστολής, είναι κάποια από τα φαινόμενα του ανθρώπου που αντιδρά, αν τον θέσουμε διερευνητικά απέναντι. Έτσι, αντί να υπάρξει αποτέλεσμα, συμβάλουμε στην υπαρξιακή απογύμνωση και στον υπαρξιακό μηδενισμό του «δίδυμου» ανθρώπου που βιώνει, μια ψευδή πραγματικότητα. Συμβάλουμε δηλαδή στην υπαρξιακή τελμάτωση του άλλου, εκμηδενίζοντας κάθε προοπτική ανάκαμψης.

Οφείλουμε λοιπόν, να εμμένουμε και να επιλέγουμε αυτό το επώδυνο αλλά ακέραιο δεύτερο «Γιατί;». Εκτός αυτού, μόνο μέσα από την διερεύνηση του «Γιατί;» της υπαρξιακής διάστασης, αποδεικνυόμαστε ως Πρόσωπα χρήσιμα στον άνθρωπο της αντιθετικής «δίδυμης» συμπεριφοράς με την προοπτική της ενέργειας, που ενδεχομένως να βοηθήσει στην επίλυση της συμπλεγματικότητας που ενυπάρχει σ΄ αυτόν. Και αν τυχόν δεν βοηθήσει τουλάχιστον δεν θα βλάψει περισσότερο!


Ο άνθρωπος της «δίδυμης» αντιθετικής συμπεριφοράς, υποφέρει και πάσχει. Ζει στην αβεβαιότητα των επιλογών του και κινείται στην ανασφάλεια της καθημερινότητάς του. Είναι ο κουρασμένος συνάνθρωπος, που λειτουργεί έτσι, γιατί ένα σύνολο άλλων βουλήσεων τον ανάγκασαν να αποσύρει τα όρια της δικής του βούλησης, ώστε να χωρέσουν στη ζωή του όλοι οι άλλοι. Αυτή είναι και η κύρια αδυναμία, παραγόμενη από ισχυρή ευαισθησία, που οδηγούν τον άνθρωπο να αφαιρεί πολλές φορές τη Ζωή από τη ζωή του, χάριν των όποιων καταστάσεων. Ο «δίδυμος», είναι ο καλός και άριστος των αναζητήσεων, που αδυνατεί να σταθεί στο τεντωμένο νήμα της κατηγορηματικότητας και της σταθερότητας της στιγμής. Αδυνατεί από φόβο, μήπως και χάσει τον τοίχο που έχει υψώσει στην ψυχή του, για να κρύβει τα όνειρα που δεν υλοποιήθηκαν, τις ανάγκες που δεν καλύφθηκαν, τα πετάγματα που έχασαν τα φτερά τους, το χάδι που δεν βρήκε ποτέ το παιδικό κεφάλι, την κοινωνική φόρμα που αναγκάστηκε να ενδυθεί, την αθωότητα που πεισματικά μένει ακέραια και αυθεντική, την υγεία που πασχίζει να σώσει μόνο τον άλλον, τις Θερμοπύλες που επέπεσαν στα νερά της μοναξιάς του.

Ο άνθρωπος της «δίδυμης», συμπεριφοράς είναι ο δικός μας άνθρωπος. Αυτός, που έμαθε να κινείται στην αρρωστημένη διαφορετικότητα, γιατί όταν του κράτησαν το χέρι, δεν του έδωσαν να καταλάβει πως ξεχωρίζει, γιατί έχει ένα μοναδικό χέρι στον κόσμο. Είναι αυτός, που όταν κοιτάζει τις Ανατολές στη μοναξιά του, εμείς επιμένουμε να βλέπουμε την Μοναξιά, χάνοντας την Ανατολή του. Είναι αυτός που εκπαίδευσε τον εγωισμό του για να ανταποκρίνεται στην σκληρότητα της συμπεριφοράς που βιώνει. Ο «δίδυμος» άνθρωπος καθορίζει την αξιοπρέπεια του με κριτήριο το δάκρυ, που δεν φαίνεται και την ανάσα, που βασανίζει. Έχει την δυνατότητα να στέκεται στο κύμα και να ονειρεύεται στεριές, γιατί έτσι καλύπτεται υπαρξιακά. Είναι ο άνθρωπος που στα μάτια μας φαίνεται διπρόσωπος, ενώ στην πραγματικότητα έχει ένα και μοναδικό Πρόσωπο …μοναδικά κρυμμένο.

Αυτός ο άνθρωπος φαίνεται απογυμνωμένος. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι. Σαν βρεθεί στο δρόμο σας, μην πάρετε πέτρα γα να του ρίξετε και αν δεν μπορείτε να κάνετε κάτι άλλο, σταθείτε και χαμογελάστε με το πιο ζεστό χαμόγελο της ψυχής σας, αφήνοντάς τον να περάσει. Αν μπορέσει έστω για λίγο να κατανοήσει τη ζεστασιά σας θα μείνει εκεί και θα έχει λυτρώσει τον εαυτό του και εσάς, γιατί πλέον θα είναι Υπαρξιακή Οντότητα. Αν δεν το κατανοήσει, θα προσπεράσει και θα έχει ένα ακόμα εφόδιο για να πορευθεί στην όποια επιλογή του, χωρίς την δική σας μομφή, φθάνοντας ίσως κάποτε εκεί που πραγματικά ήθελε, σαν ξεκίνησε την Οδύσσεια του. Τα συμπεράσματα και η αλήθεια στην πορεία αυτή, έρχονται αβίαστα στο χρόνο που πρέπει, γιατί… κάτω από τον ήλιο ΤΙΠΟΤΑ δεν παραμένει κρυφό….

B.A. Γκρίλλας
15/03/2011