Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Απέριττα άρρητα...





                                                                                                               Oderint, dum metuant. 
                                                                                                                                  Καλιγούλας,  
                                                                                                                                                            Ρωμαίος αυτοκράτορας.

Με την λύση απλωμένη εμπρός σου,
αναζητάς την ανυπαρξία της στο πέλαγος,
 για να σαρκώσεις τον αβέβαιο εγωισμό σου,
στην προσπάθεια αναζήτησης του Αυτονόητου.
Οι μέρες κυλούν και μπερδεύονται,
στον ήχο των κυμάτων της θάλασσας,
την ώρα που αποφασισμένος
για να μείνεις αναποφάσιστος,
βουλιάζεις με τάξη και τέχνη
τα πρόσωπα των ανθρώπων που σε αντικρίζουν.
Και αποδιώχνεις το χαμόγελο με μανία,
για να υπάρχει το ισχυρό άλλοθι της πράξης σου,
που δεν αρνείται την άρνηση
και παραμένει στείρα σε επιλογές αδοκίμαστες,
για να μην  χαλάσει την γεύση της τροφής
που στο στόμα σου έβαλαν.
Σκορπίζεις τον τρόμο σου στο διάβα της καρδιά σου
και παραμένεις αγέρωχος σε βοριάδες και νοτιάδες,
απορρίπτοντας επιδεικτικά,
την αδυναμία των ανθρώπων να λυγίσουν.
Μα σε αυτό τον παραλογισμό δεν σου κακιώνω κακία,
ζυγίζοντας το άδικο με το δίκιο σου
και το ορθό με το πεσμένο της ζωής σου.
Μετρώντας δεν σε αδικώ,
γιατί τόλμησες να επαναστατήσεις σε φίλους,
που οσμίζονταν την ζωή
 κουνώντας την διχαλωτή τους γλώσσα.
Δεν σε αδικώ στην αντίδραση μπροστά σε ευεργετημένους,
που από τα χείλη τους στάζει το αίμα από το χέρι που δάγκωσαν.
Δεν σε αδικώ στον τρόμο,
που σκορπάς μπροστά σε ευθυτενείς
εκπροσώπους του Τίποτα,
γιατί την ώρα του διωγμού σου,
προσέφεραν το θαρραλέο φιλί τους.
Δεν σε  αδικώ στην Σιωπή,
 που έγινε ένα με την ύπαρξή σου,
απ΄ την ώρα που οι άθλιοι άρχισαν να μιλούν,
 εκφράζοντας με λόγια την σαπίλα της ζωής που βιώνουν.
Δεν σε αδικώ για το μόνιμο χαμόγελο ειρωνείας,
 που έχεις καρφώσει στα χείλη σου,
σε αντίδραση των εωσφορικών γελώτων,
που άκουσαν τα αυτιά σου,
από αδέσποτα λαρύγγια Απάνθρωπων ανθρώπων,
σαν καταπίνουν με ευκολία ανθρώπους με μιάς.
Δεν σε αδικώ γιατί έπαψες να τραγουδάς,
 σε πείσμα αυτών που σε ήθελαν
πάντα εκφραστικά χαρούμενο
όχι για να χαρούν χαρά της χαράς σου,
αλλά για να σε εντοπίζουν από το τραγούδι σου,
ώστε να μην αναζητούν άβολα το στόχο για τα βέλη τους.
Μα σε αδικώ μόνο για ένα και αυτό μόνο θα κρατήσω.
Είναι που ενώ γνώριζες δεν αντέδρασες
και ενώ τα είδες δεν πήρες λίθο στα χέρια σου.
Τούτο το κρίμα είναι βαρύ και θα σε καταδιώκει
κάθε που θα περνάς τον ορίζοντα,
καταραμένος να γυρίζεις πίσω μέχρι να φύγεις
σε κείνο το μοναδικό δικό σου Μετά.
Άκου με!
Το παιχνίδι έγινε πόλεμος
μα τα όπλα σου σκουριάζουν.
Και όταν τα όπλα σκουριάζουν
δεν περιμένεις την αυγή να πολεμήσεις.
Μάχεσαι στα υπόγεια αποφεύγοντας το στόχο,
που με την θεωρία δεν χτυπιέται.
Θα σου έλεγα κουράγιο,
αλλά  ξέρω πως αυτό θα ξεσκουριάσει τα άρματα
και ρόλο τέτοιο δεν έχω.
Μείνε… έτσι!
Ο πόλεμος δεν είναι τίμιος όσο δίκιο και αν έχεις.
Μα είναι η Ζωή Νομοτέλεια
και τότε θα κάτσεις στο θρόνο σου Αυτοκράτορα,
σαν καταλάβεις πως στην μάχη δεν πεθαίνεις.
Μα μη δεχθείς προσκύνηση.

Απλά κράτα το σκήπτρο. 
  

B.A. Γκρίλλας
14/7/2013