Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Το ταξίδι της Σιωπής





Ανάμεσα στην Σιωπή και το Όνειρο,
πάντα μια στιγμή χρόνου.
Ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα σε χρόνο μηδενικό,
μα το σκοτάδι στέκει απόλυτο,
όπως ο αιώνας της κόλασης.
Και το μυαλό να σεργιανά αναζητώντας,
με την επιθυμία να τρέχει
στα αυλάκια του μυαλού του,
να αγγίξει το όνειρο,
που περπατά στην σιωπή του κραυγαλέου ήχου
ή στο σκοτάδι της αιωνιότητας,
που προεικονίζει τον εαυτό της,
στο άνοιγμα και στο κλείσιμο των βλεφάρων.
 Σταματημένα τα μάτια στο μεταίχμιο,
που φωτίζει και σκοτίζει,
να αναζητά την απάντηση
παγώνοντας την οπτική του Ορίζοντα.
Ο άνθρωπος να σκοτίζει
και η ύπαρξη να βουλιάζει,
στην μεγάλη θάλασσα της σιωπής,
αντικρίζοντας το Όνειρο
πέρα από την οπτική και πέρα από τον Ορίζοντα,
σε βάθη, σε πλάτη και μήκη,
που δεν μπορεί να προχωρήσει το μυαλό.
Και στον πόντο της αναζήτησης άπορος να στέκεις,
περιμένοντας σαν ναυαγός να σιμώσει ένα πλοίο.
Να περιμένεις χωρίς απογοήτευση,
έχοντας την πίστη ότι θα φανεί.
Ίσως χρόνους μετά, ίσως αιώνες,
μεταφέροντας το Όνειρο της ζωής σου,
απαλλαγμένο από το σκοτάδι του αιώνα.
Έσχατη αποζημίωση στην αδυναμία του μυαλού,
να πράξει όσα γέννησε στην στιγμή.
Περιμένεις καθισμένος,
με τα μάτια παγωμένα και ακίνητα,
σκοτώνοντας το μηδέν του χρόνου της κόλασης,
αποζημιωμένος από τον Αιώνα του Ορίζοντα,
που δίνει το περίγραμμα του μεγέθους.
Στέκεσαι και περιμένεις,
παίρνοντας για μισθό   του Είναι σου,
την βεβαιότητα πως ταξιδεύεις,
εκεί που οι άλλοι καταποντίζονται.
Και γίνεσαι ποντοπόρος
και χάνεσαι στον πόντο
και δεν γυρεύεις να γυρίσεις,
δοσμένος για πάντα στο αλλιώτικο,
και στο μοναδικό που το ξέρεις,
και σε ξέρει από το πρώτο σου σκοτάδι,
στην κοιλιά της μάνας.
Μετά απλά χαμογελάς,
με τα ματιά κλειστά στο Πάντα!