Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Τω καιρώ εκείνω εν Ραφήνα





Θυμάμαι ακόμα εκείνο το πρωινό την Ραφήνα,
Εκείνο το μοναδικό πρωινό που στοχευμένα άστοχα,
ανατρέψαμε το παρόν στην υπέρβαση της πραγματικότητας,
που ούρλιαζε από πείσμα για να μας θυμίζει
το όχι που θελήσαμε με τρέλα να κάνουμε ναι.
Και ήταν υπέροχη η άνοιξη,
που πηδούσαμε τα ποτάμια για να βρούμε το στόχο μας,
τσαλακώνοντας με μανία τα πρέπει
και αγκαλιάζοντας το ανέφικτο,
με θέα το γαλάζιο της θάλασσας.
Αντίκρισα το μπλε του ουρανού
 με την μανία να σταθεί για πάντα η εικόνα,
μα γελαστήκαμε από το κύμα της θάλασσας,
που έφερε το πάντα αλλά πήρε την ορμή.
Ήταν δεν ήταν απομεσήμερο
και καθισμένοι στο βράχο του ορίζοντα,
βλέπαμε τις στεριές και γελούσαμε
 έχοντας φύγει ταξιδεύοντας στο ταξίδι για δύο,
που όρισε την ζωή ανάποδα,
γελώντας με το πείσμα της επιμονής μας.
Και η μαγεία τούτη είχε έναν και μόνο πληθυντικό,
αυτόν του εμείς που αργότερα χρόνια
 κάναμε ενικό του εγώ και του εσύ,
αντιστρέφοντας την θέση που είδαμε τις στεριές.
Ήταν τότε που καθισμένοι στο βράχο της στεριάς,
αντικρίζαμε με τα μάτια κλειστά,
τον ορίζοντα της θάλασσας που πήρε τα λόγια,
μα άφησε την θάλασσα να χτυπιέται μέσα μας,
εις τον αιώνα του αιώνος.
Θυμάμαι σαν χθες το στοίχημα,
περνάς δεν περνάς το ποτάμι χωρίς να βραχείς.
Και αν δεν βραχείς σε χάνω και αν βραχείς σε έχω.
Και το ποτάμι συνωμότησε στο θέλω του θέλου μου
και σε έβρεξε και σε είχα.
Φωτίστηκε το πρόσωπο σου πιο πολύ από το δικό μου,
και πρώτη φορά είδα να χάνεις και να το χαίρεσαι.
Απόμεινα στην βεβαιότητα της στιγμής και του αύριο
και δεν έχασα την παρουσία σου.
Μα πέρασε ο καιρός και έγινες από ποτάμι χείμαρρος
και γω δεντρί ξεριζωμένο στην γη σου.
Σήμερα  το ποτάμι στέρεψε.
Η θάλασσα κυματίζει το ίδιο.
Και η φουρτούνα μέσα μας,
χώρισε την στεριά από τον ορίζοντας,
με την κατάρα να μην ξαναζήσουμε,
την υπέρβαση του χρόνου,
που χαράκτηκε στα μάτια μας.
Ζήσαμε… μα το χειρότερο είναι
πως έπαψε να ζει η θάλασσα.
Και απόμεινε ο βράχος μόνος,
το κύμα να χτυπιέται,
και η Ραφήνα ορφανή από την τρέλα,
που χάθηκε στο ποτάμι που σε έβρεχε.
Εγώ, στεγνός. Πιο στεγνός από τότε,
λογαριάζω το χθες και ζω το σήμερα.
Δεν θέλω να είσαι στο αύριο.
Είμαι καλά γιατί έζησα
και αυτό με κάνει πιο ανθρώπινο
και από το ίδιο το χώμα.