Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Φάρου Δοκίμιον

Εκκαθαρίζοντας μια σειρά αρχείων, κάπου βρέθηκε το παρακάτω απόσπασμα. Άγνωστο κείμενο, άγνωστης προέλευσης, άγνωστου χεριού. Γράφει:

«Σαν Φάρος είσαι αυτός που έδωσε το Φως σου στο καράβι της Ύπαρξης μου και μου έδειξε πάνω στα νερά του Εγώ μου τον Όγκο μου!Μου έδειξες το δρόμο μακριά από ξέρες και από Σειρήνες και Απολαύσεις.
Όσο και μακρύς να είναι, το Φώς μου δείχνει το που να φτάσω στο λιμάνι της Ύπαρξης της Ολοκλήρωσης! Μπορεί τα κύματα να με χτυπούν μα μου δείχνεις το δρόμο στο να έρθω. Γι’ αυτό πάντα θα σε νοιώθω Δάσκαλο, Οδηγό και Φίλο και θα σε αγαπώ! Όχι με λόγια, αλλά με καρδιά και πνεύμα.»

Σημαντικά λόγια αποτυπωμένα στην γραφή. Διαβάζοντας και αναλύοντας τόσο το περιεχόμενο, όσο και τις διαστάσεις των εννοιών, που κρύβονται πίσω από τις λέξεις είδα πως παρέχεται σημαντική δυνατότητα για γόνιμες σκέψεις. Το απόσπασμα παράγει την αναγνώριση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο πρώτος –που γράφει- αποδέκτης του Φωτός. Ο δεύτερος –στον οποίο μάλλον απευθύνεται το απόσπασμα- δότης του φωτός του.

Προσπάθησα να μελετήσω τον αποδέκτη του φωτός:

Ισχυρή προσωπικότητα, εφόσον βρίσκει το θάρρος να δηλώσει την πορεία της αυτοαναγνώρισης του. Ωστόσο δεν κρύβονται επαρκώς δύο ουσιαστικά σταθερά αρνητικά στοιχεία, που καταδεικνύουν μέσα από την ομορφιά του λόγου την ανθρώπινη ανασφάλεια. Η σύνθεση του «Εγώ» και του «όγκου», υποδηλώνει εγωιστικά κέντρα υπέρμετρης αντίληψης ατομικού εκτοπίσματος. Το παράδοξο είναι πως παρόλα αυτά, ο αποδέκτης -καθ’ ομολογίαν του- καταφέρνει να επιπλεύσει στα νερά της ζωής του. Το ζητούμενο είναι: Τι είδους  νερά μπορεί να είναι;

Σταθερός ο δρόμος, σταθερή η πορεία, σταθερή η ρότα. Δεξιά και αριστερά ξέρες, Σειρήνες και απολαύσεις. Η εικόνα πολύ γνώριμη και ο λόγος πολύ όμορφος για την προκύπτουσα σχετική αναγωγή: Tο ταξίδι του Οδυσσέα προς την Ιθάκη!
Ο Οδυσσέας -εκείνος ο αρχαίος, ο παλιός, που μένει αξεπέραστος- για να μη ρίξει σε ξέρα το καράβι, αλλά και για να απολαύσει τις Σειρήνες έκαμε δύο πράγματα: Το πρώτο έβαλε κερί στα αυτιά των συντρόφων, για να μην ακούν τα παραπλανητικά τραγούδια των Σειρήνων. Το δεύτερο, έβαλε να τον δέσουν στο κατάρτι, για να μη βρεθεί στην δυσάρεστη θέση να ξεπεράσει τον εαυτό του ενδίδοντας στα μαγικά άσματα. Δηλαδή, δέσμευσε την ελευθερία του για να παραμείνει Ελεύθερος! Υπέροχο πράγμα!
Το ζητούμενο που προκύπτει από το λόγο του αποσπάσματος είναι: Έθεσε ο αποδέκτης του φωτός τον εαυτό του ελεύθερα στα δεσμά του καταρτιού ή στάθηκε μετέωρος απάνω στο καράβι;

Μακρής ο δρόμος, αλλά φωτεινός και στο βάθος το λιμάνι. Και στο λιμάνι η Υπαρξιακή Ολοκλήρωση. Ωραίος ο δρόμος, ωραίο και το φώς, μα το λιμάνι θάνατος. Ό,τι παύει να κινείται δένεται και πεθαίνει. Δεν είναι όμως τραγικό το πράγμα. Σαν στέκεται σιμά στο θάνατο η Ολοκλήρωση, ο θάνατος δεν είναι υπολογίσιμος.  Σωστά λοιπόν σκέφτεται ο λόγος του αποδέκτη του φωτός. Το ζητούμενο που παραμένει αδιασαφήνιστο είναι το αν έφτασε στο λιμάνι. Και αν έφτασε σε ποια διαφορετικότητα εξελίχθητε, για να πάει χαλάλι το ταξίδι;

Γενναίο πράγμα να δηλώνεις πως κάποιος σου δείχνει το δρόμο. Ακόμα πιο γενναίο να το ομολογεί κάποιος, όντας βρεγμένος και χτυπημένος από τα κύματα. Η ουσία όμως βρίσκεται στην ψυχολογία του «να έρθω». Το ζητούμενο είναι ότι, για να φτάσεις στο «έρθω», δε σε βολεύει το «εκεί» που βρίσκεσαι. Στην σκέψη ο αποδέκτης του φωτός το κατάλαβε. Κατάφερε όμως «να έρθει» ή παρέμεινε για πάντα στην απόφαση χάνοντας την μαγεία της επιτυχίας από την Ολοκλήρωση;

Οι τελευταίες δύο γραμμές του αποσπάσματος είναι λεπίδες, γιατί ξεκινούν με λέξεις βαριές: «πάντα θα σε νοιώθω». Δεν ξέρω τι να πω. Είναι και εκείνη η πλάγια σκέψη που φωλιάζει στο κεφάλι και φτιάχνει την αντίθεση. Αυτή καταθέτω: Σαν ακούς «πάντα θα σε νοιώθω», να μεταφράζεις: «Ποτέ δεν σε κατάλαβα!».

Τώρα για τα υπόλοιπα του αποσπάσματος : «Δάσκαλος», «Οδηγός», «Αγαπώ», «Λόγια», «Καρδιά», «Πνεύμα», δεν μπορώ ακόμα να μιλήσω. Και επειδή το ανθρώπινο μυαλό πάντα ψάχνει το «γιατί», πρέπει να βρω και την δικαιολογία για να τεκμηριώσω το λόγο μου στο να μη μιλήσω. Βρίσκω λοιπόν πρόχειρα, την απάντηση που θα έδινε μια αυθόρμητη παιδική λαλιά: «Είμαι μικρός πολύ και δε με αφήνει η μαμά μου!». Έχω την αίσθηση πως πιο δυνατή δικαιολογία δεν υπάρχει.

Ξέρω όμως να μιλήσω για τον «φίλο». Λοιπόν φίλος είναι αυτός που ασχολείται μαζί σου ακόμα και όταν έχεις φύγει, με την σταθερή πεποίθηση ότι, είναι ελεύθερος για να το πράξει. Δηλαδή, φίλος είναι αυτός που σε αναλύει, όχι όταν είσαι δίπλα του μόνο, αλλά και όταν αρμενίζεις στο πέλαγος των επιλογών σου.

Προσπάθησα να μελετήσω και το Δότη του Φωτός.

Όσο και να παλέψεις το απόσπασμα δεν βρίσκεις πολλά πράγματα γι’ αυτόν. Μόνο χαρακτηρισμούς όπως:

«Φάρος». Όμορφο πράγμα ο φάρος. Σώζει ζωές καραβιών και ανθρώπων, μα έχει το ελάττωμα του, να ανάβει και να σβήνει. Οπότε, η αξία του εντοπίζεται στην χρονική στιγμή που θα πέσει το βλέμμα πάνω του. Αν έχει φώς όλα καλά. Αν έχει σκοτάδι, μαύρα τα πράγματα. Ευτυχώς όμως που υπάρχει αυτό το ζεύγος της αντίθεσης, διαφορετικά θα ήταν σα να ζητούσες από τα μάτια να απαγορεύσουν στα βλέφαρα να ανοιγοκλείνουν. Ευτυχώς που υπάρχουν σκοτάδια, για να είναι υπολογίσιμη   ακόμα και η ακτίνα. Ευτυχώς που οι φάροι στέκονται πάνω σε βράχους. Και στέκονται σταθερά και στο σκοτάδι και στο φώς.

«Φώς». Ναι, αλλά τί φώς; Αυτόφωτο ή ετερόφωτο; Αδιευκρίνιστο! Μάλλον, ο αποδέκτης του φωτός ποτέ δεν θέλησε να μάθει και μας έμεινε στο λόγο του λειψή, η εικόνα του φωτός.

«Οδοδείκτης». Σπουδαίο πράγμα ο οδοδείκτης. Δείχνει πάντα το δρόμο, την πορεία, το ταξίδι. Μα δείχνει και το όριο, δείχνει και το τέλος. Συνήθως τα πρώτα ενθουσιάζουν, μα σαν φανεί το όριο του δρόμου δεν είναι εύκολα ευχάριστος ο όποιος οδοδείκτης, γιατί έχουμε την λανθασμένη αίσθηση πως τάχα μας περιορίζει την ελευθερία.

Από το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει στο σπίτι μια μυρωδιά από νερό, γη και γιασεμί. Μπαίνω και ΄γω στον πειρασμό να βγω να δω το δείλι. Σκέπτομαι ποιός τελικά έγραψε το απόσπασμα και ποιός ήταν ο παραλήπτης. Από το πουθενά ακούω μια μουσική να λέει «είδα πως γίνεται απ΄ τα σκοτάδια φως». Γυρίζω χαμογελώντας στην ειρωνεία της στιγμής. Κάθομαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου μου και λογαριάζω τούτες τις σκέψεις μου. Και νοιώθω.. να δεις πως νοιώθω!

Νοιώθω σαν επίτιμος καλεσμένος σε γιορτή καθέλκυσης πλοίου!!! Τι κάνει αυτός ο καλεσμένος; Σπάει δυνατά στα πλευρά του καραβιού ένα μπουκάλι με ακριβό κρασί. Ο ίδιος λερώνεται από τα υπολείμματα των αφρών. Ο κόσμος χαίρεται και χειροκροτεί για τους αφρούς που βλέπει. Και το καράβι ανοίγεται στη θάλασσα με πολλές ευχές για καλά ταξίδια.

Είθε ποτέ να μη σβήσουν οι Φάροι!    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου